Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοκοτρώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοκοτρώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ! στὶς 12-13 Μαΐου 1821 Ο Κολοκοτρώνης δὲν ἄφηνε ὀθωμανικό ρουθούνι...

 


ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ! Ο Κολοκοτρώνης δὲν ἄφηνε ὀθωμανικό ρουθούνι...






Η μάχη του Βαλτετσίου σημειώθηκε στὶς 12-13 Μαΐου 1821 καὶ θεωρεῖται ὡς μία ἀπὸ τις πιὸ ἀποφασιστικές μάχες της Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης του 1821, ποὺ ὁδήγησε στὴν Ἅλωση της Τριπολιτσᾶς. Πρωτοστάτης της μάχης αὐτῆς ἦταν ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.




Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη

Κατά τὴ διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ὀργάνωσε στρατόπεδα στὰ ὑψώματα γύρω ἀπὸ την πόλη. Ἔτσι στὶς 16 Ἀπριλίου 1821 διέταξε την ὀχύρωση τεσσάρων λόφων δίπλα στὸ χωριό Βαλτέτσι.

Ταυτόχρονα, οἱ Τοῦρκοι, ποὺ ἦταν κλεισμένοι στὴν Τριπολιτσά, με ἀγωνία περίμεναν βοήθεια ἀπὸ τον Χουρσίτ, ποὺ βρισκόταν στὰ Γιάννενα καὶ πολεμοῦσε τον Ἁλή Πασᾶ. Ο Χουρσίτ ἔστειλε ἰσχυρὸ στράτευμα με ἐπὶ κεφαλῆς τον Κιοσέ Μεχμέτ, ὁ ὁποῖος το χώρισε σε δύο τμήματα. Στὸ πρῶτο ἡγήθηκε ὁ ἴδιος με τον Ὁμέρ Βρυώνη, με 14.000 στρατό]καὶ κατευθύνθηκε ἀνατολικά. Το δεύτερο, ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 3.500 Ἀλβανούς, κατευθύνθηκε πρὸς τὴ δυτική Ἑλλάδα, ὑπὸ την ἡγεσία του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά.

Ὁ στρατός του Κεχαγιάμπεη πέρασε το Ἀντίρριο χωρίς ἀπώλειες. Πέρασε ἀπὸ την Πάτρα, πυρπόλησε τὴ Βοστίτσα (Αἴγιο) καὶ στὴ συνέχεια ἔλησε τις ἑλληνικές πολιορκίες σε Κόρινθο καὶ Ἀργός, γιὰ νὰ μπεῖ,τελικά, στὴν Τριπολιτσά.




Η πρώτη μάχη




Στὶς 24 Ἀπριλίου, ὁ Κεχαγιάμπεης βγῆκε ἀπὸ την Τρίπολη με 4.000 ἄνδρες καὶ ἐπιτέθηκε στὸ Βαλτέτσι . Οἱ ὀλιγάριθμοι ὑπερασπιστές του ὑποχώρησαν, χάνοντας ζῶα καὶ προμήθειες. Η μάχη συνεχίστηκε βόρεια του χωριοῦ ὅπου ὁ Κυριακοῦλης Μαυρομιχάλης εἶχε βρεθεῖ σε πολύ δύσκολη θέση. Σε βοήθειά του ἔσπευσε ὁ Δημήτρης Πλαποῦτας χτυπῶντας τους Τούρκους ἀπὸ τα νῶτα. Οἱ Τοῦρκοι ἀναγκάστηκαν σε ὑποχώρηση καὶ ὁ Κολοκοτρώνης τους κυνήγησε μέχρι το χωριό Μάκρη.

Μετά τὴ μάχη, το στρατόπεδο ἁνασυγκροτήθηκε ταχύτατα με φρουρά 1.000 ἀνδρῶν καὶ ἐπικεφαλῆς τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη καὶ δημιουργήθηκαν ἐκ νέου ταμπούρια καὶ κατέφθασαν ἐνισχύσεις. Στὸ πρῶτο ταμποῦρι βρέθηκαν ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με ὅλους τους Μανιάτες στὸ δεύτερο ο Μητροπέτροβας, ὁ Παπατσώνης, ὁ κεφάλας, ο Γιάννης Μαυρομιχάλης, ὁ Παναγιῶτης Κατριβάνος ἀπὸ το σαρι Μεγαλόπολης καὶ ὁ Θανάσης Δαγρές ἀπὸ τὴ Βρωμόβρυση Μεσσηνίας, με τους στρατιῶτες τους. Στὸ τρίτο ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Νικήτας Φλέσσας, ὁ Σιώρης, ὁ Νικηταράς καὶ πολλοί Λιονταρίτες καὶ Γορτύνιοι.



Η δεύτερη μάχη

Τα χαράματα της 12ης Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης βγῆκε ἀπὸ την Τρίπολη με 10.000 Τουρκαλβανοῦς με προορισμό την Καλαμάτα. Κάποιοι Βαρδουνιώτες,με σκοπό τὴ λαφυραγωγία καὶ με ἀρχηγὸ τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή,ἀντιλήφθηκαν την παρουσία Ἑλλήνων στὸ Βαλτέτσι, ἀρχίσαν τις ἁψιμαχίες μαζί τους, γιὰ νὰ προστεθοῦν στὴ συνέχεια καὶ οἱ ἄλλοι]. Τότε κατέφθασε ὁ Κολοκοτρώνης,ἀφοῦ εἰδοποιήθηκε, με 700 ἄνδρες. Ο Ρουμπῆς, ποὺ βρέθηκε πλέον περικυκλωμένος, ζήτησε ἐνίσχυση ἀπὸ τον Κεχαγιάμπεη ποὺ μέχρι τότε παρακολουθοῦσε τὴ μάχη ἐπικεφαλίς 3.000 ἱππέων.

Το ἀπόγευμα ἔφτασε ὁ Δημήτρης Πλαπούτας, ὁ Κανέλλος Δεληγιάννης με 700 ἄνδρες]. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τὴ νύχτα χωρίς νὰ ὑποχωρεῖ καμία πλευρά. Τα ξημερώματα της 13ης Μαΐου, οἱ Τοῦρκοι ξεκίνησαν νέα ἐπίθεσή.




1. Ἡ φυγή τῶν Τούρκων καὶ ἡ νίκη του Κολοκοτρώνη

Μετά ἀπὸ 4 ὧρες μάχης καὶ ἐνῶ ὁ Ρουμπής κινδύνευε, ὁ Κεχαγιάμπεης διέταξε ὑποχώρηση. Βλέποντας αὐτὴν την κίνηση, ὁ Κολοκοτρώνης ξεκίνησε γενική ἀντεπίθεση. Ἔτσι οἱ Τοῦρκοι τράπηκαν σε ἄτακτη φυγή, πετῶντας τα ὅπλα τους.

Συνολικά οἱ Τοῦρκοι εἶχαν 300 νεκρούς καὶ πάνω ἀπὸ 500 τραυματίες, ἐνῶ οἱ Ἕλληνές μόλις 2. Ἀνάμεσα στὰ λάφυρα τῶν ἐπαναστατῶν ἦταν πολλά τουφέκια, 1 πυροβόλο καὶ 8 σημαῖες]. Η μάχη ὑπῆρξε καθοριστική γιὰ το ἠθικὸ τῶν ἀντιμαχομένων. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι πολέμησαν γιὰ πρώτη φορά κάτω ἀπὸ σωστή ὀργάνωση, πῆραν θάρρος συνειδητοποιῶντας την ἀνωτερότητά τους ἔναντι τῶν Τούρκων, ἐνῶ οἱ δεύτεροι κατάλαβαν ὅτι ἡ ἐπανάσταση ἦταν κάτι σοβαρότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐξέγερση ὀλιγάριθμων Ἑλλήνων.




Η λαϊκή μοῦσα τίμησε τὴ νίκη στὸ Βαλτέτσι με το ἀκόλουθο δημοτικό τραγούδι:




Τι ἔχεις, καημένε κόρακα, ποῦ σκούζεις καὶ φωνάζεις;

Μήπως διψᾶς γιὰ αἵματα, γιὰ τούρκικα κεφάλια;

Πέρασε ἀπὸ τα Τρίκορφα καὶ σῦρε στὸ Βαλτέτσι,

ὅπου είν' ὁ τόπος δυνατός καὶ δυνατά ταμπούρια,

ἐκεῖ θὰ βρεῖς τα αἵματα, τα τούρκικα κεφάλια,

Τρία μπαϊράκια κίνησαν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ χώρα,

το ἕνα πάει στὰ Τρίκορφα, τ' ἄλλο στοὺς Ἁραχαμίτες,

κι αὐτὸς ὁ Κεχαγιάμπεης πηγαίνει στὸ Βαλτέτσι.

Ὁ Κυριακούλης του μιλάει κι ο Μπεζαντές του λέει:

«Πού πᾶς, βρὲ Κεχαγιάμπεη, τ' Ἀλή πασᾶ κοπέλι;

Ἐδῶ δὲν εἶναι Κόρινθος, δὲν εἶναι Πέρα Χώρα,

δὲν εἶναι τ' ἀργίτικα κρασιά, του Μπέλεση τα κριάρια.

Ἐδῶ είν' ὀρδὴ Καρύταινας, μανιάτικο ντουφέκι,

Κολοκοτρώνης ἀρχηγὸς με το Μαυρομιχάλη».

Ἀφῆστε τα ντουφέκια σας καὶ βγάλτε τα σπαθιά σας

βάλτε τους Τούρκους ἐμπροστὰ, σὰν πρόβατα, σὰν γίδια.



Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

Ἡ ὁμιλία τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα





Ὁ λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ Κολοκοτρώνης ἀνεβασμένος στὰ βράχια τῆς Πνύκας, ὅπως στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τόσοι τρανοὶ ρήτορες στοὺς Ἀθηναίους, στέκεται ἡ πνευματικὴ διαθήκη τοῦ ἥρωα στὸ Ἔθνος.
Ὁ λόγος τοῦ ἀγράμματου, μὰ σοφοῦ στρατηγοῦ πρὸς τὰ νιᾶτα τῆς Ἀθήνας τοῦ 1838. Τὸν παρακάτω λόγο τὸν ἀπεύθυνε πρὸς τοὺς νέους του Ἀ΄ Γυμνασίου τῆς Ἀθήνας:


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
7 Ὀκτωβρίου 1838

Παιδιά μου!

Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁπού,ὁποῦ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγορούσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ' αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ' αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ δια τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ δια τους παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, δια ταῦτα σᾶς λέγουν καθ' ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των. Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ρωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καί τους ὑπόταξαν.
Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμᾶνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, δια νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ' ἐστάθῃ ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν.
Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτᾶνος, διόρισε ἕνα βιτσερέ [ἀντιβασιλέα], ἕναν πατριάρχη, καί του ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας.
Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτᾶνος.
Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸ ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἥμερα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του ἢ ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁπού,ὁποῦ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμᾶνοι.
Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἥμερα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁπού,ὁποῦ κανένας ἄνθρωπος ἀπό το λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε.
Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἅρματα οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ , καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δύο χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη.
Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁπού,ὁποῦ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μιὰν ἄρμάδα. Ἄλλὰ δὲν ἐβάσταξε!.

Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμομε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια καὶ ἐχάθῃ ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια.
Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσει χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους ἢ νὰ ὑπάγει εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη.
Καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμει οὔτε νὰ πολεμήσει. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕνα ἀρχηγὸ καὶ μίαν κεφαλή.
Ἄλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξι μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἰσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του.
Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δὲν χτίζεται οὔτε τελειώνει.
Ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει νὰ βλέπει εἰς τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρινὸ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν Βορέα, σὰν νὰ ῆτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ καὶ νὰ γυρίζει, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο δὲν κτίζεται ποτὲ τὸ σπίτι, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι ἕνας ἀρχιτέκτων, ὁπού,ὁποῦ νὰ προστάζει πὼς θὰ γενεί.
Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγὸ καὶ ἕναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζει καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἀλλ' ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάσταση, ἐξ αἰτίας τῆς διχόνοιας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε νὰ χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.


Εἰς αὐτὴ τὴν κατάσταση ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἢ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἢ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσει καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσει. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ όποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου.
Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπο μας, δὲν εἶναι προσωρινός, ἀλλ' ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχικὴ καὶ θὰ περάσει εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν κι ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ζήσετε. Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος.
Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μιὰ Θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ όποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους.

Νὰ μὴν ἔχεται πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνεται εἰς τοῦς καφενέδες καὶ εἴς τὰ μπιλιάρδα .
Νὰ δοθῆτε εἰς τᾶς σπουδάς σας , καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὁλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἵς τὸ ἐπίλοπο τῆς ζωῆς σας , παρὰ νὰ περάσετε τεσσάρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας , καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι . Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματα σᾶς Νὰ ἀακούετε τᾶς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων
καὶ κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἡξευρε καὶ χίλια μάθαινε . ἡ προκοπὴ σᾶς καὶ ἡ μάθηση σᾶς νὰ μὴν γίνει σκερπάρνι μόνο γιὰ τὸ ἀτομό σας , ἀλλὰ νὰ κοιτάζει τὸ κάλο τῆς Κοινότητας , καὶ μέσα εἰς τὸ κάλο αὐτὸ εὐρίσκεται καὶ τὸ δικόσας .

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακὴ μοῦ τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ δια τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοι σᾶς.
Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, δια νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον.
Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἥμερα.
Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁπού,ὁποῦ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, δια νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ Θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου.

Ζήτω ὁ Βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!