Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίντεο Ελλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίντεο Ελλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ

 

Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ



Στὴν αὐγὴ τοῦ 4ου αἰῶνα π.Χ., 

τὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου κουβαλοῦν ἀκόμη τὸν ἀπόηχο τῶν πολέμων. 

Ἡ Ἑλλάδα, ἐξαντλημένη ἀπὸ δεκαετίες ἐμφύλιου αἵματος, 

κοιτᾶ τὴ Σπάρτη – τὴν πόλη ποὺ ἐπικράτησε. 

Μὰ κάθε νίκη γεννᾶ καὶ τὴν ὕβρη. 

Κι ἐκεῖ ποὺ ὁ ἄνθρωπος πιστεύει πὼς ἔγινε θεός, 

ἀρχίζει ἡ πτώση του. 


Ἔτος 394 π.Χ.... 

Τὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου φλέγονται. 

Στὰ παράλια τῆς Καρίας, 

τὰ κύματα ἔγιναν θέατρο ἐκδίκησης καὶ καταστροφῆς. 

Ἐκεῖ, στὴν Κνίδο, ἡ Σπάρτη γνώρισε τὸ τέλος της θαλασσοκρατορίας της. 

Αὐτή... εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Ναυμαχίας της Κνίδου. 

Ἡ μέρα ποὺ καταποντίστηκε ἡ Σπάρτη. 

Ἡ πανίσχυρη Σπάρτη, ποὺ κάποτε κυριαρχοῦσε καὶ στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα, ἀντιμετωπίζει τὴν ὀργὴ ἐκείνων ποὺ ταπείνωσε. 

Ὁ Κόνων, ὁ Ἀθηναῖος ἐξόριστος, ἐπιστρέφει μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς Περσίας. 


Δίπλα του, ὁ σατράπης Φαρνάβαζος καὶ ἕνας στόλος ἱκανὸς νὰ σαρώσει τὰ πάντα. 

Στὴν Κνίδο, τὰ κύματα θὰ βαφτοῦν κόκκινα. 

Ὁ Σπαρτιάτης ναύαρχος Πείσανδρος πολεμᾶ μέχρι τέλους, ἀλλὰ ἡ μοῖρα τῆς Σπάρτης ἔχει ἤδη γραφτεῖ. 


Ἡ θάλασσα ἀνήκει ξανὰ στοὺς ἐχθρούς της... 

καὶ τὸ ὄνομα τῆς Σπάρτης ἀρχίζει νὰ βουλιάζει – ὅπως καὶ τὰ πλοῖα της ἐκείνη τὴ μέρα. 

Καλῶς ἤρθατε 


Ἡ Ναυμαχία της Κνίδου – τὸ κῦμα ποὺ ἔπνιξε μιὰ αὐτοκρατορία. 

Στὴν αὐγὴ τοῦ τέταρτου αἰῶνα π.Χ.... 

τὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου κοιμοῦνται πάνω ἀπὸ σιωπηλὰ ναυάγια... 

καὶ μνῆμες αἵματος. 

Ἡ Ἑλλάδα... κουρασμένη ἀπ’ τὸν ἐμφύλιο. 

Ἡ Σπάρτη... μόνη, περήφανη... 

βασίλισσα τῆς στάχτης. 


Ἡ Σπάρτη... στεφόταν νικήτρια. 



Κυρία τῆς στεριᾶς... 

καί, γιὰ πρώτη φορά, 

ἀφέντρα καὶ τῆς θάλασσας. 


Τὰ κόκκινα λάβαρά της, μὲ τὸ Λ τῆς Λακεδαίμονος, 

φούσκωναν στὸν ἄνεμο 



«394 π.Χ. – Κνίδος.

Ὁ Σπαρτιάτης Πείσανδρος ἀντιμετωπίζει ἕναν παλιὸ ἐχθρό... 

τὸν Ἀθηναῖο Κόνωνα, ποὺ ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴν ἐξορία μὲ τὴ βοήθεια τῶν Περσῶν.» 


«Ἡ θάλασσα φλέγεται. 

Τὸ κῦρος τῆς Σπάρτης καταρρέει – 

καὶ ἡ συμμαχία Ἀθήνας καὶ Περσίας πλένει μὲ αἷμα τὸ Αἰγαῖο.» 



«Ὁ Πείσανδρος πέφτει μαχόμενος. 

Ἡ Σπάρτη χάνει γιὰ πάντα τὴ θάλασσα. 

Καὶ μαζί... τὴ δύναμή της νὰ κυβερνᾶ τὸν ἑλληνικὸ κόσμο.» 

«Ἡ Ναυμαχία της Κνίδου... 

Ἡ μέρα ποὺ τὸ Αἰγαῖο ἐκδικήθηκε τὴ Σπάρτη.» 

Τίτλος στὴν ὀθόνη: 

«Ἡ Μέρα ποὺ Καταποντίστηκε ἡ Σπάρτη» – Σύντομα στὸ κανάλι. 

«Στὴν καρδιὰ τοῦ Αἰγαίου, τὸ 394 π.Χ., γράφτηκε τὸ τέλος της θαλασσοκρατορίας τῆς Σπάρτης. 

Μιὰ αὐτοκρατορία ποὺ γεννήθηκε μὲ τὴ φωτιὰ τῶν ὁπλιτῶν, 

ἔμελλε νὰ σβήσει μέσα στὶς φλόγες τῶν ἴδιων της τῶν πλοίων. 

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Ναυμαχίας της Κνίδου – 

ἡ μέρα ποὺ ἡ Σπάρτη καταποντίστηκε. »



Ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς Κόνων, μαζὶ μὲ τὸν Πέρση σατράπη Φαρνάβαζο, ἀντιμετώπισαν τὸν Σπαρτιάτη ναύαρχο Πείσανδρο. 

Ἦταν μιὰ μάχη ποὺ δὲν ἔγινε μόνο γιὰ ἐξουσία – ἀλλὰ γιὰ ἐκδίκηση. 

Μιὰ στιγμὴ ποὺ τὸ κῦμα τῆς ἱστορίας γύρισε, καὶ ἡ Σπάρτη δὲν θὰ ἦταν ποτὲ ξανὰ ἡ ἴδια. 


Τίτλος: «Ἡ Μέρα ποὺ Καταποντίστηκε ἡ Σπάρτη – Ἡ Ναυμαχία της Κνίδου» 


⚔️ ΜΕΡΟΣ Α’: Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (2:00 – 5:00)

Ὁ Πελοποννησιακὸς Πόλεμος εἶχε τελειώσει. 

Ἡ Ἀθήνα ἡττημένη. 

Οἱ ναοί της σιωπηλοί. 

«Μετὰ τὸν Πελοποννησιακὸ Πόλεμο, ἡ Σπάρτη ἦταν ἡ ἀπόλυτη δύναμη. 

Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ταπεινωθεῖ, οἱ τείχη τους εἶχαν γκρεμιστεῖ, 

καὶ ὁ ἑλληνικὸς κόσμος ὑποτάχθηκε στὴ σπαρτιατικὴ πειθαρχία. 

Ὅμως, πίσω ἀπὸ τὴ δόξα, γεννήθηκε ἡ ὕβρις.» 

«Ἡ Σπάρτη ἔγινε τύραννος τῶν Ἑλλήνων. 

Ἔβαλε φρουρὲς σὲ ξένες πόλεις, λεηλάτησε συμμαχίες, 

καὶ ὕψωσε τὴ σημαία της πάνω ἀπὸ μιὰ Ἑλλάδα κουρασμένη ἀπ’ τὸν πόλεμο.» 


Τὸ 394 π.Χ. στὴν Κνίδο της Καρίας —
οἱ θεοὶ γύρισαν τὸ βλέμμα τους ἀλλοῦ.
Ἡ ναυμαχία της Κνίδου ἔλαβε χώρα το
394 π.Χ. στὰ ἀνοιχτά της Κνίδου, μιᾶς πόλης τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀνάμεσα στούς
Πέρσες ἐναντίον τῶν Σπαρτιατῶν καὶ βρισκόταν στὸ πλαίσιο τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου.
Μετὰ τὴ μάχη τοῦ ποταμοῦ Νεμέα καὶ τὴ νίκη τῶν Σπαρτιατῶν ὁ Ἀγησίλαος ἐπέστρεφε


στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ κάλεσμα τῆς Σπάρτης γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει των ἀντιλακωνικό
συνασπισμό. Ὁ σπαρτιατικὸς στόλος μὲ ἀρχηγό τον Πείσανδρο, ποὺ τὸν εἶχε τοποθετήσει
ὁ Ἀγησίλαος στὴ θέση τοῦ ναυάρχου, κατευθυνόταν στὴν Κνίδο.









⚙️ ΜΕΡΟΣ Β’: ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΞΥΠΝΟΥΝ
Μὰ ἡ μοῖρα... ποτὲ δὲν ξεχνᾶ.


Οἱ πόλεις ποὺ λύγισαν,
τώρα βράζουν ἀπὸ μῖσος
Ἡ Θήβα, ἡ Κόρινθος, τὸ Ἄργος...
ὅλες περιμένουν μιὰ σπίθα.
Καὶ αὐτὴ τὴ σπίθα...
τὴ φέρνει ἡ Ἀνατολή.


«Μὰ ἡ ἀλαζονεία φέρνει τὴν ἐκδίκηση.

Οἱ Πέρσες, ἐξευτελισμένοι ἀπὸ τὴν ἐπέμβαση τῆς Σπάρτης στὴ Μικρὰ Ἀσία,

ἄρχισαν νὰ χρηματοδοτοῦν μιὰ νέα ἀντι-σπαρτιατικὴ συμμαχία.

Οἱ Ἀθηναῖοι, οἱ Θηβαῖοι, οἱ Κορίνθιοι καὶ οἱ Ἀργεῖοι –
ὅλοι ἑνώθηκαν γιὰ νὰ ρίξουν τὸν δεσπότη τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου .



Ὁ Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος...


ὀργισμένος ἀπὸ τὴ Σπαρτιατικὴ ἐπέμβαση στὴν Ἰωνία,

στρέφει τὸ βλέμμα του στὴ θάλασσα.
Καὶ μαζί του...
ἕνας ἐξόριστος Ἀθηναῖος.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἡ Σπάρτη εἶχε ἐξορίσει:
ὁ Κόνων, ὁ Ἀθηναῖος στρατηγός.».

«Καὶ στὸ ἐπίκεντρο τῆς νέας αὐτῆς ἱστορίας,
στέκεται ἕνας
Ὁ Κόνων...








ΜΕΡΟΣ Γ’: Ὁ ΚΟΝΩΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ
ὁ στρατηγὸς ποὺ εἶδε τὴν Ἀθήνα νὰ καίγεται.

Ἦταν ἐκεῖ, στοὺς Αἰγὸς Ποταμούς.
Εἶδε τὸ τελευταῖο ἀθηναϊκὸ πανὶ νὰ σκίζεται στὸν ἄνεμο.

Κι ὁρκίστηκε... πὼς μιὰ μέρα θὰ ἐκδικηθεῖ.

«Ὁ Κόνων, μετὰ τὴν ἧττα τῆς Ἀθήνας στοὺς Αἰγὸς Ποταμούς,

βρῆκε καταφύγιο στὴν αὐλὴ τῶν Περσῶν.

Ἐκεῖ, πλάϊ στὸν σατράπη Φαρνάβαζο,

βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδικηθεῖ τὴ Σπάρτη.»



Τώρα, μὲ τὸν πλοῦτο της Περσίας,

χτίζει νέο στόλο.

«Μὲ χρήματα ἀπὸ τὴν Περσία καὶ ναυτικοὺς ἀπὸ κάθε γωνιὰ τοῦ Αἰγαίου,

ὁ Κόνων δημιούργησε ἕναν στόλο ποὺ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀγνοήσει.»

Ἑβδομῆντα πλοῖα.

Ἕλληνες, Φοίνικες, Κύπριοι, Πέρσες.

Καὶ στὸ τιμόνι του, ἕνας ἄνδρας μὲ βλέμμα ποὺ δὲν ξεχνᾶ.

Τὰ κόκκινα λάβαρά της, μὲ τὸ Λ τῆς Λακεδαίμονος, φούσκωναν στὸν ἄνεμο.

Ἕνας συμμαχικὸς δράκοντας ἀπὸ ξύλο καὶ φωτιά.
Οἱ τριήρεις της, πειθαρχημένες,

διέσχιζαν τὸ Αἰγαῖο σὰν φάλαγγες ἀπὸ ξύλο καὶ χάλυβα.

Μὰ κάτω ἀπ’ τὴν πανοπλία τους...

φύτρωνε ἡ ἀλαζονεία.

Ἡ πίστη πὼς ἡ Σπάρτη δὲν ἦταν πιὰ ἀνθρώπινη δύναμη...

ἀλλὰ μοῖρα.

[ΚΕΦ. Δ – ΠΡΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ –

🎵 Ὁ Πείσανδρος, ἀδελφὸς τοῦ βασιλιᾶ Ἀγησιλάου,

ἀναλαμβάνει τὸν σπαρτιατικὸ στόλο.

Μὰ δὲν εἶναι ναυτικός.

Εἶναι πολεμιστὴς τῆς γῆς,

ὄχι τῆς θάλασσας.

Οἱ δύο στόλοι συναντῶνται στὴν Κνίδο.

Ὁ ἥλιος χτυπᾶ τὰ κύματα,

τὰ κουπιὰ λάμπουν σὰν λεπίδες.

Ὁ ἄνεμος φυσᾶ ἀπὸ τὴν Ἀνατολή —

σὰν προειδοποίηση.

Δύο κόσμοι,

δύο ἰδέες,

δύο Ἑλλάδες.











Στὸν ὁρίζοντα...
ὁ ἦχος τῶν τυμπάνων πλησιάζε
Ὁ ἀθηναϊκὸς στόλος εἶχε ἀρχηγό τον Κόνωνα, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν ὑποστήριξη τοῦ περσικοῦ στόλου ὑπὸ τὸ σατράπη Φαρνάβαζο. Μάλιστα καὶ ὁ Εὐαγόρας Α΄ συνεισέφερε τριήρεις
στοὺς Ἀθηναίους γιὰ τὴ ναυμαχία.
Ὁ Κόνων ἦταν γιός του Τιμόθεου, πλούσιου Ἀθηναίου ἀπὸ παλιὰ ἀριστοκρατική

οἰκογένεια ποὺ πῆρε τὴν ἀρχηγία τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἀθήνας τὸ 406 π.Χ. μετά την
ἀπομάκρυνση τοῦ Ἀλκιβιάδη. Ὅταν ἡ Ἀθήνα ἡττήθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 405 π.Χ.
ἀπὸ τοὺς Σπαρτιᾶτες στὸν Ἑλλήσποντο καὶ τοὺς Αἰγὸς Ποταμούς,
ὁ Κόνωνας κατέφυγε στὴν αὐλὴ τοῦ Κύπριου βασιλιᾶ Εὐαγόρα, ὅπου μελετοῦσε
τὸν τρόπο ποὺ θὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Σπαρτιᾶτες καὶ θὰ βοηθήσει τὴν πατρίδα του
νὰ γίνει πάλι δυνατή.
Ὁ Πείσανδρος διέθετε 85 τριήρεις ἀπὸ παραλιακὲς πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί
ἀπὸ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου. Ὁ Κόνων καὶ ὁ Φαρνάβαζος διέθεταν περίπου 170 τριήρεις,
οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἦταν φοινικικὲς καὶ κυπριακές.

ΜΕΡΟΣ Δ’: ΤΟ ΚΥΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

Τὸ σῆμα δίνεται.
Οἱ τριήρεις κινοῦνται σὰν ἀγρίμια.
Ὁ ἦχος τῶν κουπιῶν μοιάζει μὲ χτύπο καρδιᾶς.









Κόνων — ἐπίθεση!
Ὁ στόλος του περνᾶ δεξιά,
σπάζει τὸ σπαρτιατικὸ κέντρο.
Οἱ Πέρσες καλύπτουν τὰ πλάγια.
Οἱ φωνὲς ἑνώνονται μὲ τὰ οὐρλιαχτὰ τῶν ἀνδρῶν. Ξύλα τρίζουν.
Φωτιὰ ἀνάβει.




Ὁ Πείσανδρος πολεμᾶ μέχρι τέλους.
Τὸ πλοῖο του φλέγεται.
Κάποιος τοῦ ρίχνει σανίδι νὰ σωθεῖ.
Μὰ ἐκεῖνος ἀπαντᾶ...
«Δὲν ἐγκαταλείπω τὴ Σπάρτη.» Καὶ χάνεται... μέσα στὶς φλόγες καὶ τὸν καπνό.

Ὁ στόλος τῆς Σπάρτης... δὲν ὑπάρχει πιά. «Στὴν Κνίδο, στὰ παράλια τῆς Καρίας,
οἱ δύο στόλοι συναντήθηκαν.
Ἀπὸ τὴ μιά, ὁ Πείσανδρος, ἀδελφὸς τοῦ βασιλιᾶ Ἀγησιλάου,
μὲ τὸν σπαρτιατικὸ στόλο – πειθαρχημένος, μὰ μικρότερος.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ Κόνων καὶ ὁ Φαρνάβαζος,
μὲ πλοῖα πιὸ βαριά, πιὸ πολυάριθμα, πιὸ ἔμπειρα .»

«Οἱ δύο δυνάμεις παρατάχθηκαν κάτω ἀπὸ τὸν καυτὸ ἥλιο τῆς Ἀνατολῆς.

Καὶ τότε... τὸ πρῶτο κτύπημα ἦρθε σὰν κεραυνός.

Τὰ περσικὰ πλοῖα ἐμβόλισαν τὸ σπαρτιατικὸ κέντρο.

Ὁ Κόνων ὅρμησε στὰ πλευρά τους μὲ τὴ μανία ἀνθρώπου ποὺ πολεμᾶ γιὰ τὴν πατρίδα πού

τὸν ἐξόρισε .»  Οἱ δύο στόλοι συναντήθηκαν στὴν Κνίδο, μιὰ πόλη τῆς Ἰωνίας.

Ὁ Κόνων παρατάχθηκε μπροστὰ καὶ ὁ Φαρνάβαζος ἀπὸ πίσω του.


Παρὰ τὴν ἀριθμητική τους ὑπεροχὴ ὁ Πείσανδρος ἐπιτέθηκε ἐπιτυχῶς.


Ὅμως ἡ ἀριστερὴ πτέρυγα τῶν Σπαρτιατῶν ἔπεσε ὅταν ἐπιτέθηκε ὅλος ὁ περσικός στόλος.

Ὁ Πείσανδρος πολεμῶντας γενναῖα πέθανε πάνω στὸ πλοῖο του καὶ οἱ σύμμαχοι του κατέρρευσαν.

Ὁ σπαρτιατικὸς στόλος ἔχασε 50 πλοῖα, ἐνῷ ὁ ἀθηναϊκὸς μὲ τὸν περσικὸ στόλο εἶχαν μικρὲς ἀπώλειες.

Ἡ νίκη τῶν Ἀθηναίων καὶ τῶν Περσῶν ἦταν συντριπτική.

Μετὰ τὴ ναυμαχία της Κνίδου ἡ σπαρτιατικὴ κυριαρχία στὸ Αἰγαῖο μετά τον

Πελοποννησιακὸ πόλεμο κατέρρευσε.

Ἡ Ἀθήνα ξαναπῆρε γιὰ λίγο τὰ ἡνία της θαλασσοκράτορος.











Ὁ Κόνων ὕστερα κατασκεύασε ἐκ νέου τὰ Μακρὰ Τείχη ποὺ εἶχαν καταστραφεῖ κατά

τὸ τέλος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου.

Μετὰ τὴν ἧττα τους τὸ 404 π.Χ., οἱ Ἀθηναῖοι γρήγορα ἀνέκτησαν μέρος ἀπὸ τὴν ἰσχύ
καὶ τὴν αὐτονομία τους, καὶ μέχρι τὸ 403 π.Χ. εἶχαν ἀνατρέψει τοὺς ἡγέτες πού τοὺς εἶχαν

ἐπιβάλει οἱ Σπαρτιᾶτες.











Μέχρι τὸ 395 π.Χ, οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ἀρκετὰ ἰσχυροὶ γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὸν Κορινθιακό
Πόλεμο ὡς σύμμαχοι μὲ τὸ Ἄργος, τὴν Κόρινθο καὶ τὴ Θήβα.

Γιὰ τοὺς Ἀθηναίους, τὸ πλέον σημαντικὸ γεγονὸς αὐτοῦ τοῦ πολέμου ἦταν
ἡ ἐπανακατασκευὴ τῶν Μακρῶν Τειχῶν.











Μέχρι τὸ 395 π.Χ. εἶχε ξεκινήσει ἡ ἐπανακατασκευὴ τῆς ὀχύρωσης καὶ σύμφωνα μέ
τὸν Ἀθηναῖο στρατηγὸ Κόνωνα, ἡ κατασκευὴ τῶν τειχῶν εἶχε φτάσει στὰ τελικ 
   τῆς στάδια μέχρι τὸ 391 π.Χ..

Τὸ 394 π.Χ. Ἀθηναϊκὸς στόλος ὑπό του Κόνωνος ἐπικράτησε ἀποφασιστικά
τῶν Σπαρτιατῶν στὴν Κνίδο, καί, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ νίκη, ἔφερε
τὸ στόλο πίσω στὴν Ἀθήνα, ὅπου παρεῖχε βοήθεια καὶ προστασία ἐν ὅσῳτὰ Μακρὰ Τείχη χτιζόταν ξανά.



ΟΙ ΣΤΑΧΤΕΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ]

🎵 Ὁ ἥλιος δύει πάνω σὲ μιὰ θάλασσα ἀπὸ στάχτη.

Ὁ Κόνων στέκεται στὸ κατάστρωμά του.
Τὰ μάτια του βλέπουν πέρα ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα —
ἐκεῖ ποὺ κάποτε βρισκόταν ἡ δόξα τῆς Σπάρτης.







Ἡ ἐκδίκηση... ὁλοκληρώθηκε.

Μὰ ἡ Ἱστορία δὲν ἔχει νικητές.

Μόνο κύματα ποὺ σβήνουν τ’ ὄνομά σου ἀπ’ τὴν ἄμμο.

Ὁ Ἀγησίλαος ἐπιστρέφει στὴ Σπάρτη,

μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό.












Ἀπὸ τότε, τίποτα δὲν θὰ εἶναι πιὰ τὸ ἴδιο.

«Ἡ μάχη κράτησε ὧρες.
Ὁ Πείσανδρος πολέμησε γενναῖα,
ἀλλὰ ὅταν τὸ πλοῖο του περικυκλώθηκε,
ἀρνήθηκε νὰ ἐγκαταλείψει.
Ἔπεσε μαχόμενος ἐπάνω στὸ κατάστρωμα τοῦ πλοίου του,
ἐνῷ γύρω του ἡ θάλασσα γινόταν κόκκινη .»

«Ἡ Σπάρτη ἔχασε ὁλόκληρο τὸν στόλο της.

Ἡ θάλασσα – ποὺ κάποτε φοβόταν τὸ ὄνομά της –

ἔγινε ὁ τάφος τῆς δόξας της .»

Ἔτσι, μέχρι τὸ τέλος τοῦ πολέμου, οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐπανακτήσει τὴν ἀσυλία τους

ἀπὸ χερσαία ἐπέμβαση ποὺ τοὺς εἶχαν πάρει οἱ Σπαρτιᾶτες στὸ τέλος του

Πελοποννησιακοῦ Πολέμου.
Τὰ ἀνακατασκευασμένα τείχη παρέμειναν γιὰ πολλά

χρόνια, καὶ δὲν ἀναφέρθηκε ποτὲ πὼς εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸν ἀμυντικό

σχεδιασμὸ τῆς Ἀθήνας μέχρι μετὰ τὴ δεκαετία τοῦ 340 π.Χ 

ΚΕΦ. Ζ – Ἡ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ –






Ἡ Ναυμαχία της Κνίδου...

δὲν ἦταν μόνο τὸ τέλος μιᾶς δύναμης.

Ἦταν τὸ τέλος μιᾶς ἐποχῆς.

Ὁ Κόνων ἐπιστρέφει στὴν Ἀθήνα.

Μὲ τὸν χρυσό της Περσίας,

ξαναχτίζει τὰ Μακρὰ Τείχη.

Γιὰ λίγο, ἡ πόλη ξαναβρίσκει το φῶς της.


Μὰ οἱ Ἕλληνες...

δὲν μποροῦν νὰ ξεχάσουν πῶς νὰ πολεμοῦν μεταξύ τους.


Κι ἔτσι, ἡ Περσία ξαναγίνεται ἀφέντης τῶν θαλασσῶν.

Ἡ Σπάρτη σβήνει.

Ἡ Θήβα θὰ τὴ συντρίψει στὰ Λεύκτρα.

Καὶ τὸ Αἰγαῖο...

θὰ θυμᾶται πάντα τὴ μέρα

ποὺ οἱ φλόγες της Κνίδου κατάπιαν τὴ δόξα της.

Ὅλα βυθίζονται... μὰ ἡ Ἱστορία θυμᾶται.

(τελευταῖο τύμπανο – σιωπή)

«Ἡ ἧττα στὴν Κνίδο δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ ναυμαχία.

Ἦταν τὸ τέλος μιᾶς ἐποχῆς.

Ὁ Κόνων, ὡς νικητής, ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ ἀνοικοδόμησε τὰ Μακρὰ Τείχη.

Οἱ Ἀθηναῖοι ξαναβρῆκαν τὴν περηφάνια τους.

Οἱ Πέρσες ξανακέρδισαν τὴν ἐπιρροή τους στὸ Αἰγαῖο.

Καὶ ἡ Σπάρτη... ἔχασε γιὰ πάντα τὴ θάλασσα .»




Τὸ 390 π.Χ. ἀκολούθησε ἡ μάχη του Λέχαιου μὲ τὴ μεγάλη νίκη των πελταστών

τοῦ Ἰφικράτη ἀπέναντι στὸ στρατὸ τῆς Σπάρτης. Τὸ 386 π.Χ. ὑπογράφτηκε

ἡ Ἀνταλκίδειος εἰρήνη ποὺ τερμάτιζε τὸν Κορινθιακὸ πόλεμο.
🕯️ ΕΠΙΛΟΓΟΣ


«Καμιὰ αὐτοκρατορία δὲν πέφτει ἀπὸ ξίφος,

ἀλλὰ ἀπὸ την ίδια της τὴ μοῖρα.

Ἡ Ναυμαχία της Κνίδου ἦταν τὸ κῦμα ποὺ ἔσβησε τὴ φλόγα τῆς Σπάρτης.

Κι ἔτσι, μέσα στὸν καπνὸ καὶ τὴ θάλασσα,

γεννήθηκε ξανὰ τὸ ἑλληνικὸ φῶς .»


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Ποιὰ Θεά ὁ Ζεὺς Μεταμόρφωσε σε Ζωύφιο καὶ τὴν Κατάπιε;




Γιατί ὁ Δίας μεταμόρφωσε σὲ ζωύφιο τὴν πρώτη του γυναῖκα Μήτιδα καὶ τὴν κατάπιε





"Μὲ τὴν Μήτιδα ὁ Δίας ἀπέκτησε τὴν Ἀθηνᾶ πολιοῦχο τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν θεὰ τῆς σοφίας καὶ τοῦ πνεύματος κατὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες.


                                            

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

Ἐκεῖ ,Ἀπαγορεύεται, νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ πεθάνει, ὁποιοσδήποτε !!

 

Αὐγουστιάτικη πανσέληνος,

στὸ νησὶ τοῦ Ἀπόλλωνα καί της της Ἄρτεμις, στὴ Δῆλο
Πολλὰ τὰ ἐρωτήματα: Γιατί o Δαρεῖος ἀπαγόρευσε στὸν ναύαρχό του Δάτη νὰ εἰσβάλει στὴ Δῆλο; Γιατί ὁρίστηκε ἡ ἀπαγόρευση νὰ γεννιέται ἢ νὰ πεθαίνει κανεὶς στὴ Δῆλο;
Τί σημαίνει ἄραγε ὁ ὅρος «δῆλοι» καὶ τί ἀναφέρει γι' αὐτὸν ἡ Παλιὰ Διαθήκη;
Πῶς καὶ γιατί οἱ ἀνασκαφὲς ἔδειξαν ὅτι πρὶν λατρευτεῖ o Ἀπόλλωνας, ἡ Δῆλος ἦταν τόπος λατρείας τῆς Ἄρτεμης, γεγονὸς ποὺ μαρτυρὰ μιὰ συνέχεια στὴ λατρεία τῆς μεγάλης προελληνικὴς γυναικείας θεότητας, ἡ ὁποία περιθωριοποιήθηκε μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς λατρείας τοῦ Ἀπόλλωνα; Διαβάστε τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ!.

Ἡ ΔΗΛΟΣ, ὅπως ὅλοι γνωρίζουν, εἶναι ἕνα ὀλοφώτεινο μικρὸ (μέγιστο μῆκος 6 χλμ., μέγιστο πλάτος 1,3 χλμ.) ἄγονο νησί, ποὺ βρίσκεται σχεδὸν στὸ κέντρο τῶν Κυκλάδων (6 μίλια ἀπὸ τὴ Μύκονο). Ὁ παράλιος ὁμώνυμος οἰκισμὸς (14 κάτ., ὑπάλληλοι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας) ὑπάγεται διοικητικὰ στὸν δῆμο Μυκόνου τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Πάντως, στὸ νησὶ ἀπαγορεύεται ἡ παραμονὴ ἐπισκεπτῶν μετὰ τὴ δύση τοῦ Ἥλιου.

Στὴ Δῆλο, σύμφωνα μὲ τὴ μυθολογία, γεννήθηκε ὁ Ἀπόλλωνας. Στὴν ἀρχαιότητα, τὸ νησὶ ὑπῆρξε λατρευτικὸ κέντρο μεγάλης σημασίας. Ἀπὸ τὴ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνα ἀλλὰ καὶ ἄλλων θεοτήτων σώζονται σπουδαῖα δείγματα, καθὼς καὶ μαρτυρίες τοῦ σημαντικοῦ ρόλου ποὺ διαδραμάτισε ἡ Δῆλος στὴν ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας.


Τὸ ψηλότερο σημεῖο τῆς Δήλου (112 μ.) εἶναι ὁ Κύνθος, τὸ ἱερὸ ὅρος στὰ Α τῆς στενῆς πεδιάδας, ὅπου ἐκτεινόταν ἡ ἀρχαία πόλη καὶ τὸ ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἄλλοι μικρότεροι λόφοι ὁρίζουν τὴν πεδιάδα ἀπὸ τὰ B καὶ τὰ Ν.
 Οἱ ἀκτές, ποὺ εἶναι διαβρωμένες ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ γι' αὐτὸ ἀφιλόξενες, ἔχουν δύο μικρὰ λιμάνια στὴ δυτικὴ πλευρά: τὸ ἀρχαῖο, στὸ ὁποῖο ἀποβιβάζονται καὶ σήμερα οἱ ἐπισκέπτες, καὶ τοὺς Φούρνους. Ὑπάρχουν ἀκόμα δύο μικροὶ ὅρμοι, ἡ Γούρνα ΒΑ καὶ ὁ Σκαρδανὰς ΒΔ.
 Ἕνας χείμαρρος, ὁ Ἰνωπός, ποὺ ξεκινᾷ ἀπὸ τὴ δυτικὴ ἄκρη τοῦ Κύνθου, σχηματίζει ἕνα ἕλος, ποὺ στὴν ἀρχαιότητα ἀποτελοῦσε τὴν «Ἱερὰ Λίμνη» τῆς Δ.
 Ἡ βλάστηση εἶναι ἀραιὴ καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ χαμηλοὺς θάμνους· ἀπὸ ἐπιγραφές, ὅμως, προκύπτει πὼς στὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχαν ἐλιές, συκιές, ἀμπέλια, κῆποι καί, μέσα στὸ τέμενος, ὁλόκληρο ἄλσος. Σήμερα στὸν χῶρο τοῦ ἱεροῦ ὑπάρχει μόνο ἕνας φοίνικας, τὸν ὁποῖο φύτεψαν οἱ ἀρχαιολόγοι ποὺ ἔκαναν τίς ἀνασκαφές τον 19ο αἰ.


Λίγα λόγια γιὰ τὴ Μυθολογία καὶ τὴν Ἱστορία.

Ἡ σημαντικὴ θέση τῆς Δήλου, λόγῳ τῆς ἀσφάλειας ποὺ παρεῖχε σὲ ὅσους ταξίδευαν μεταξὺ Μικρᾶς Ἀσίας, Χίου, Σάμου καὶ κυρίως Ἑλλάδας, προσέλκυσε κατοίκους ἤδη ἀπό την 3η χιλιετία π.Χ. Ἀρχικὰ πρέπει νὰ χρησίμευε ὡς σταθμὸς καὶ ἀργότερα γιὰ μόνιμη ἐγκατάσταση ψαράδων, ναυτικῶν ἀλλὰ καὶ πειρατῶν.


Οἱ πρῶτοι κάτοικοι ἐγκαταστάθηκαν στὸν Κύνθο, γεγονὸς ποὺ μαρτυρὰ ὅτι τὰ παράλια τοῦ νησιοῦ δὲν ἦταν ἀσφαλῆ. Ὁ πρῶτος οἰκισμὸς (περίπου δώδεκα καλύβες) ἱδρύθηκε ἀπὸ ναυτικοὺς ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἴσως Κᾶρες, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Θουκυδίδη.

Μέχρι τὸν 14o αἰ. π.Χ. ἡ Δ. ἦταν ἄσημη, γιατί τὸ ἔδαφός της δὲν προσφερόταν γιὰ ἀνάπτυξη οἰκισμοῦ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὅμως ἄρχισε ἡ ἐγκατάσταση κατοίκων στὴν παραλία καὶ στὴ θέση τοῦ κατοπινοῦ ἱεροῦ οἰκοδομήθηκαν κάποια λατρευτικὰ κτίρια, ἄγνωστο ποιας θεότητας· εἰκάζεται ὅτι καὶ ἐκεῖ, ὅπως καὶ ἀλλοῦ στὴ Μυκηναϊκὴ Ἑλλάδα, λατρευόταν ἡ μεγάλη γυναικεία θεότητα τῆς γονιμότητας.

Οἱ ἀνασκαφὲς ἔδειξαν ὅτι πρὶν λατρευτεῖ o Ἀπόλλωνας, ἡ Δῆλος ἦταν τόπος λατρείας τῆς Ἄρτεμης, γεγονὸς ποὺ μαρτυρὰ μιὰ συνέχεια στὴ λατρεία τῆς μεγάλης προελληνικὴς γυναικείας θεότητας, ἡ ὁποία περιθωριοποιήθηκε μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς λατρείας τοῦ Ἀπόλλωνα. Στοιχεῖο ἐπιβίωσης τῆς παλιᾶς γυναικείας θεότητας εἶναι καὶ ἡ λατρεία τῆς Λητοῦς ἀλλὰ καὶ τῶν Ὑπερβόρειων Παρθένων, τίς ὁποῖες ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία ὑποβίβασε σὲ ἱέρειες τῆς Ἄρτεμης.

Ἡ εἰκόνα τῆς Δ. ἄλλαξε ριζικὰ στὶς ἀρχὲς τῆς 1ης χιλιετίας π.Χ., μὲ τὴν ἐγκατάσταση τῶν Ἰώνων στὸ Αἰγαῖο. Μαζὶ μὲ τοὺς Ἴωνες θὰ πρέπει νὰ μεταφέρθηκε, ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, καὶ ἡ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνα, τοῦ ὁποίου ἡ μορφὴ κυριάρχησε στὶς γυναικεῖες θεότητες τοῦ νησιοῦ καὶ μετέβαλε τὴ Δῆλο σὲ λατρευτικὸ κέντρο τεράστιας σημασίας. 
Ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἀγώνων ποὺ ἔγιναν γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς ἀπολλώνιας λατρείας πρέπει νὰ ἀποτελοῦν τὰ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὸν λατρευτικὸ μῦθο τοῦ Ἀπόλλωνα τῆς Δήλου, σχετικὰ μὲ τὴ ζηλοτυπία τῆς Ἥρας γιὰ τὴ Λητώ, τὴ μητέρα τοῦ θεοῦ καὶ τῆς Ἄρτεμης.

Κατὰ τὴν κυρίαρχη ἐκδοχὴ αὐτοῦ τοῦ μύθου, ὅπως δίνεται στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ὁμηρικοῦ Ὕμνου στὸν Ἀπόλλωνα (περίπου 700 π.Χ.), ἡ Δ., ποὺ πλανιόταν στὰ κύματα, ἦταν ὁ μόνος τόπος ποὺ δέχτηκε -ὅταν ὅλοι τὴν ἔδιωχναν ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὴ ζήλια τῆς Ἥρας- τὴν κυριευμένη ἀπὸ τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ καὶ κυνηγημένη ἀπὸ τὴν Ἥρα, Λητώ, γιὰ νὰ γεννήσει ἐκεῖ.
 Σὲ ἀντάλλαγμα, ἡ Λητὼ εἶχε ὑποσχεθεῖ στὴ Δῆλο ὅτι ὁ θεὸς ποὺ θὰ γεννιόταν ἀπὸ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν Δία δὲν θὰ περιφρονοῦσε τὴν ἄγονη γῆ τοῦ νησιοῦ.

Μόλις ἡ Λητώ, μὲ τὴ βοήθεια τῆς Εἰλειθυίας καὶ ὅλων τῶν θεῶν ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἥρα φυσικά, ἔφερε στὸν κόσμο τον Ἀπόλλωνα, τὰ πάντα στὴ Δῆλο πλημμύρισαν χρυσὸ φῶς καὶ o τόπος γέμισε λουλούδια.

Ἄλλες ἐκδοχὲς τοῦ μύθου ἀναφέρουν πὼς o ἴδιος ὁ Δίας παρακολούθησε τὴ γέννηση τοῦ Ἀπόλλωνα ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ Κύνθου καὶ ὅτι τὰ πρῶτα δῶρα στὸν Φοῖβο τὰ ἔφεραν νέοι καὶ νέες ἀπὸ τὸν τόπο τῆς εὐλάβειας καὶ τῆς εὐδαιμονίας, τὴ χώρα τῶν Ὑπερβορείων, ὅπου ἔμενε o Ἀπόλλωνας τοὺς χειμερινοὺς μῆνες.

Ἡ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνα

H λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνα, «τοῦ γνησιότερου δημιουργήματος τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος» (Βιλαμόβιτς), κυριάρχησε στὴ Δῆλο ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς χρόνους, παραμερίζοντας ὅλες τίς ἄλλες λατρεῖες. H μορφὴ τοῦ ἐδῶ ἦταν διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ Δελφική, παρὰ τὰ κοινὰ χαρακτηριστικά. Καὶ στὰ δύο ἱερὰ ἦταν θεὸς τῆς μουσικῆς καὶ τοῦ φωτός!

Ἐνῶ ὅμως στὴ Δῆλο γιορταζόταν μὲ χοροὺς καὶ ὕμνους καὶ τιμοῦσαν κυρίως τὴ γέννησή του, στοὺς Δελφοὺς ὁ θεὸς ἦταν αὐστηρὸς καὶ ὑπέβαλλε τὸν ἄνθρωπο σὲ πολλὲς δοκιμασίες. 
Στὴ Δῆλο, παρότι ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη μαντείου, δὲν φαίνεται νὰ ἀναπτύχθηκε αὐτὴ ἡ πλευρὰ τῆς προσωπικότητας τοῦ θεοῦ, ἐνῶ στοὺς Δελφοὺς ἦταν ὁ θεὸς ποὺ φανέρωνε μὲ σημάδια (σήμαινε) τὴ θέληση τοῦ πατέρα του Δία, καὶ μὲ τὴ βοήθειά του οἱ ἄνθρωποι ἀποκτοῦσαν πολιτισμένη καὶ ἀνώτερη ζωή.

Μὲ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς λατρείας τοῦ Φοίβου, ἡ Δῆλος ἔγινε σπουδαῖο θρησκευτικὸ κέντρο. Μὲ τὸν καιρὸ καὶ μὲ τίς ἀλλαγὲς τῆς ἱστορικῆς πορείας τῶν ἑλληνικῶν πόλεων, ἡ σημασία καὶ o πληθυσμὸς τοῦ νησιοῦ μεγάλωναν, ἐνῶ οἱ Ἴωνες τοῦ Αἰγαίου καὶ τῶν δυτικῶν παραλίων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας συγκεντρώνονταν ἐκεῖ μία φορὰ τὸν χρόνο γιὰ τὰ Δήλια, γιορτὲς πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ.

Τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἀθηναίων

Ἀποφασιστικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ δηλιακοῦ ἱεροῦ ἦταν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἀθηναίων ἀπὸ τὴν ἀρχαϊκὴ περίοδο. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πεισίστρατου (6ος αἰ. π.Χ.) οἱ Ἀθηναῖοι συνέδεσαν παλιὲς παραδόσεις τους μὲ τὴ Δῆλο: 
οἱ Ὑπερβόρειες Παρθένες πρὶν φτάσουν στὴ Δῆλο πέρασαν ἀπὸ τίς Πρασιὲς (Πόρτο Ράφτη) τῆς Ἀττικῆς· ὁ πρῶτος βασιλιᾶς τῆς Ἀθήνας Ἐρυσίχθων ἦταν ὁ πρῶτος θεωρὸς (προσκυνητὴς) τοῦ ἱεροῦ νησιοῦ κ.ἄ. 
Οἱ Ἀθηναῖοι διαδέχτηκαν στὴν κυριαρχία τῆς Δήλου τὴ Νάξο, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶχε τὰ πρωτεῖα ἐκεῖ ἕως τον 6ο αἰ., καὶ ἐπικράτησαν ἕως τὸ 314 π.Χ.

Χαρακτηριστικὸ τῆς φήμης τῆς Δήλου εἶναι πὼς o Δαρεῖος ἀπαγόρευσε στὸν ναύαρχό του Δάτη νὰ εἰσβάλει στὸ νησὶ κατὰ τοὺς Μηδικοὺς πολέμους.

Τὸ 476 π.Χ., ὅταν ἱδρύθηκε ἡ Α' Ἀθηναϊκὴ Συμμαχία, ἡ Δ. ὁρίστηκε ἕδρα τῶν συνελεύσεων καὶ τοῦ ταμείου (τὸ 454 π.Χ. μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα) ὅπου συγκεντρώνονταν οἱ φόροι τῶν συμμάχων.

Τὸ 426-5 π.Χ., μὲ τὴ δεύτερη κάθαρση τῆς Δ. (ἡ πρώτη εἶχε γίνει τὸ 540 π.Χ.), τὴ μεταφορὰ δηλαδὴ τοῦ περιεχομένου ὅλων τῶν τάφων στὴ γειτονικὴ Ρήνεια, ὁρίστηκε ἡ ἀπαγόρευση νὰ γεννιέται ἢ νὰ πεθαίνει κανεὶς στὴ Δῆλο, ἀφοῦ o Ἀπόλλωνας μισεῖ τὸν θάνατο καὶ οἱ νεκροὶ μιαίνουν τὸ ἱερό του.

Τὸ 403 π.Χ. οἱ Ἀθηναῖοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴ Δῆλο, ἐπανῆλθαν τὸ 394 π.Χ., μετὰ τὴ νίκη τοῦ ναυάρχου Κόνωνα καὶ ἀποσύρθηκαν πάλι τὸ 314 π.Χ.

Ἀπὸ τότε ἕως τὸ 166 π.Χ. ποὺ κυριάρχησαν πάλι (περίοδος τῆς λεγόμενης Δηλιακὴς ἀνεξαρτησίας) τὸ ἱερὸ κατακλύστηκε ἀπὸ πλῆθος κτίρια, ἀγάλματα καὶ ἄλλες δωρεὲς τῶν ἰσχυρῶν. Τὴν περιουσία τοῦ ἱεροῦ διαχειρίζονταν οἱ Ἰεροποιοί.

Ἀπὸ τὸ 166 π.Χ. ἕως τὸ τέλος τοῦ ἀρχαίου κόσμου κυριάρχησαν στὴ Δῆλο οἱ Ἀθηναῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐκδίωξαν τοὺς κατοίκους γιὰ νὰ ἐγκαταστήσουν Ἀθηναίους κληρούχους.

Οἱ Ρωμαῖοι ἀργότερα, γιὰ νὰ πλήξουν τὴ Ρόδο, ἀνακήρυξαν τὴ Δῆλο ἐλεύθερο λιμάνι· τότε ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ πολλοὶ ξένοι μεταφέροντας μαζὶ καὶ τίς λατρεῖες τῶν θεῶν τους. Ὕστερα ἀπὸ δύο φοβερὲς ἐχθρικὲς ἐπιθέσεις (88 καὶ 69 π.Χ.) ἡ ζωὴ στὴ Δῆλο ἄρχισε νὰ φθίνει καὶ ὁ συνοικισμός της νὰ περιορίζεται, γιὰ νὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἐντελῶς στὰ τέλη τοῦ 5ου αἰ. μ.Χ. Ἀπὸ τότε ἔρημη, ἡ Δῆλος χρησίμευσε μόνο ὡς βοσκότοπος.

Ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση καὶ μετὰ τὴν ἐπισκέφθηκαν διάφοροι περιηγητὲς ἀναζητῶντας ἴχνη τῆς ἀρχαιότητας.

Τί ἀναφέρει ἡ Ἀρχαιολογία

Οἱ ἀνασκαφὲς στὴ Δῆλο -τίς ὁποῖες ξεκίνησε τὸ 1873 ἡ Γαλλικὴ Ἀρχαιολογικὴ Σχολή- ἀποκάλυψαν τὰ σπουδαιότερα σημεῖα τοῦ ἱεροῦ του Ἀπόλλωνα καὶ τῆς ἀρχαίας πόλης. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρείπια, οἱ νεκροὶ δρόμοι, τὰ ἐρειπωμένα σπίτια μὲ τίς αὐλὲς ποὺ διακοσμοῦνται μὲ λαμπρὰ μωσαϊκά, διασώζονται στὴν ἀρχική τους θέσῃ ἀκόμα καὶ σήμερα. 
Πέρα ἀπὸ τὴν εἰδικὴ καλλιτεχνικὴ ἀξία τους, προσφέρουν ἄμεση καὶ χαρακτηριστικὴ αἴσθηση τῆς καθημερινῆς ζωῆς σὲ ἕναν χῶρο ὅπου ἀναπτύχθηκε γιὰ τόσους αἰῶνες μιὰ ἐξαιρετικὰ ποικιλόμορφη καὶ πλούσια δραστηριότητα.

To ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τὰ δημόσια κτίρια ποὺ τὸ περιστοιχίζουν βρίσκονται στὴ βορειοδυτικὴ πλευρὰ τοῦ νησιοῦ. Τὸ τέμενος τοῦ Ἀπόλλωνα βρίσκεται στὴ θέση ἀμέσως μετὰ τὸ λιμάνι. Μετὰ τὰ προπύλαια τοῦ ἱεροῦ (2ος αἰ. π.Χ.) καὶ τὴν Ἀγορὰ τῶν Κομπεταλιαστῶν (Ἰταλῶν ἐμπόρων ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὴ Δ.) βρίσκεται ὁ Οἶκος τῶν Ναξίων (560 π.Χ.) καὶ ἀνατολικότερα τὸ κτίριο Γ, μία ἀπὸ τίς πιὸ καλοδιατηρημένες κατασκευὲς τοῦ νησιοῦ.

Ἡ Ἱερὰ ὁδός, πλαισιωμένη ἀπὸ ἀναθηματικὲς βάσεις, ὁδηγεῖ ἐμπρὸς στοὺς τρεῖς ναοὺς τοῦ Ἀπόλλωνα. Γύρω ἀπὸ τὸν ἕναν, τὸν πώρινο, εἶναι χτισμένοι σὲ ἡμικύκλιο πέντε θησαυροί, ἕνας ἀρχαϊκὸς καὶ τέσσερις κλασικοί.

Καὶ οἱ τάφοι τῆς Όπιδας καὶ τῆς Ἄργης, ὅπως καὶ τῶν Ὑπερβόρειων Παρθένων;
Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ περιβόλου του ἱεροῦ ὑπάρχει τὸ Πρυτανεῖο (ἀρχὲς 5ου αἰ. π.Χ.). Τὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ ἱεροῦ διασχίζει ἡ Στοὰ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μακεδονίας Ἀντίγονου (τέλη 3ου αἰ. π.Χ.), μπροστὰ ἀπὸ τὴν ὁποία βρίσκεται ἡ Θήκη, τάφος τῆς Όπιδας καὶ τῆς Ἄργης, τῶν δύο Ὑπερβόρειων Παρθένων ποὺ παραστάθηκαν στὴ γέννηση τοῦ Ἀπόλλωνα· ὁ τάφος τῶν δύο ἄλλων Ὑπερβόρειων Παρθένων, τῆς Λαοδίκης καὶ τῆς Ὑπερύμης, βρίσκεται στὸ Σῆμα, στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ τεμένους, ἡ ὁποία, ὅπως καὶ ἡ νότια, κλείνει μὲ τὴ Στοὰ τῶν Ναξίων.

Κοντὰ στοὺς ναοὺς τοῦ Ἀπόλλωνα βρίσκεται τὸ Ἀρτεμίσιο, ναὸς τοῦ 7ου αἰ. π.Χ., σὲ ἕναν χῶρο ποὺ ἦταν λατρευτικὸς ἀπό τη 2η χιλιετία π.Χ., ὅπως πιστοποιοῦν πολλὰ μυκηναϊκὰ ἀναθηματικὰ εὑρήματα. Ἐπάνω στὸν ἀρχαϊκὸ ναὸ κατασκευάστηκε ἄλλος κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο.

Βόρεια τοῦ Ἀρτεμισίου βρίσκονται τὸ Ἐκκλησιαστήριο καὶ τὸ Θεσμοφόριο. Βόρεια τοῦ τεμένους τοῦ Ἀπόλλωνα βρίσκονται ἡ συνοικία τῆς Λίμνης, ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς 12 θεούς, τὸ ἱερὸ τῆς Λητοῦς καὶ ἡ περίφημη Λεωφόρος τῶν λεόντων. Πρόκειται γιὰ σπουδαῖα δείγματα τῆς ἀρχαϊκῆς τέχνης τῆς Νάξου, μοναδικὰ στὸν ἑλληνικὸ χῶρο.

Στὴ συνοικία τοῦ θεάτρου, ΝΑ, ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ πολλὲς κατοικίες μὲ ὡραῖα μωσαϊκά. Στὰ Ν προβάλλει ἡ συνοικία τοῦ ποταμοῦ Ἰνωποῦ καὶ ἡ Ταράτσα τῶν Ξένων θεῶν μὲ τὸ Ἠραῖο, τὸν μοναδικὸ ναὸ ἑλληνικῆς θεότητας στὴν περιοχή (!). Μιὰ σκάλα, νοτιότερα, ὁδηγεῖ στὴν κορυφὴ τοῦ Κύνθου καὶ στὸ Ἄντρο, ὅπου κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια χτίστηκε ἕνα ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα. Στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου ὑπάρχει τὸ Κύνθιο, ἕνα ἀπὸ τὰ ἱερότερα σημεῖα τῆς Δήλου

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2024

Καιάδας - "Καιάδας - Ὁ μῦθος τῆς θανάτωσης βρεφῶν ἀπὸ τοὺς Σπαρτιᾶτες"

 



Ὁ Καιάδας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ διαβόητα μέρη τῆς ἀρχαίας Σπάρτης καὶ συνδέεται στενὰ μὲ τὸν μῦθο τῆς θανάτωσης βρεφῶν ποὺ θεωροῦνταν ἀδύναμα ἢ μὴ κατάλληλα νὰ γίνουν μελλοντικοὶ πολεμιστές. Αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σκοτεινὰ κεφάλαια τῆς σπαρτιατικῆς ἱστορίας, εἶναι ὅμως ἔτσι ἂν καὶ εἶναι συχνὰ ὑπερβολικὰ δραματοποιημένη στὴ λαϊκὴ φαντασία καὶ τὴ μεταγενέστερη λογοτεχνία. 



Ἕνας ἀπ’ τοὺς πιὸ ἀτιμωτικοὺς θανάτους κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἦταν ὁ κατακρημνισμὸς σὲ βάραθρο. Ἐφαρμοζόταν στὴν Ἀθήνα, στὴν Κόρινθο, στοὺς Δελφούς, στὴ Θεσσαλία κι ἀλλοῦ καὶ ἀφοροῦσε τοὺς αἰχμαλώτους, ἐγκληματίες, ἱερόσυλους καὶ προδότες. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ αὐτονόητο μαρτύριο, ἡ ποινὴ ἐμπεριεῖχε καὶ μεταφυσικὲς προεκτάσεις, καθὼς τὸ σῶμα παρέμενε ἄταφο καὶ ἡ ψυχὴ ἀδυνατοῦσε νὰ λυτρωθεῖ. «Κόρακες» ὀνομαζόταν ὁ τόπος τιμωρίας στὴ Θεσσαλία, «βάραθρο» ἢ «ὄρυγμα» στὴν Ἀθήνα, ὅπου πάντως μετὰ τὸ 406 π.Χ. φαίνεται πὼς ἡ τιμωρία παύει νὰ ἐφαρμόζεται, 
«Καιάδας» στὴ Σπάρτη. 
Ὁ τελευταῖος εἶναι καὶ ὁ πιὸ διάσημος, καθὼς εἶναι εὐρέως διαδεδομένη σήμερα ἡ φήμη, πὼς ἐκεῖ ἔριχναν οἱ Σπαρτιᾶτες, ἐκτὸς ἀπὸ αἰχμαλώτους καὶ κατάδικους, τὰ ἀνάπηρα καὶ ἀσθενικὰ βρέφη ἢ παιδιὰ τῆς Σπάρτης. Ὁ Καιάδας, ποὺ ὁ Στράβων τὸν ἀποκαλεῖ «δεσμωτήριον τὸ παρὰ Λακεδαιμονίους σπήλαιο τί», ταυτίζεται σήμερα μὲ τὸ σπηλαιοβάραθρο τοῦ χωριοῦ Τρύπη (10 χλμ. βορειοδυτικὰ τῆς Σπάρτης), βάσει τῶν περιγραφῶν τοῦ ἀρχαίου περιηγητῆ Παυσανία (τὸν ἀποκαλεῖ «ἀπότομο καὶ βαθὺ βάραθρο»), τοῦ Πλούταρχου κ.ά., καθὼς καὶ τοῦ σύγχρονου Γάλλου περιηγητῆ O. Rayet, ὁ ὁποῖος τὸ ἐπισκέφτηκε τὸ 1879.
Κατὰ ἱστορικὲς ἀναφορές, στὸν Καιάδα ρίχτηκαν ἀπὸ τοὺς Σπαρτιᾶτες ὁ ἥρωας τοῦ Β΄ Πελοποννησιακοῦ πολέμου ὁ Ἀριστομένης ὁ Ἀνδανιεὺς μαζὶ μὲ 50 αἰχμαλώτους Μεσσηνίους. Ἐπίσης στὸν Καιάδα οἱ Σπαρτιᾶτες κατακρήμνισαν καὶ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ βασιλέως των Παυσανία ποὺ εἶχε καταδικαστεῖ σὲ θάνατο ἐπὶ προδοσία. Οἱ ἀρχαῖες ἀναφορὲς (Θούκ. 1.134, Παυσαν. 4.18, Στράβ. Ἡ 376) καθιστοῦν σαφὲς ὅτι στὸν Καιάδα ἀπορρίπτονταν «...οἱ ἐπὶ μεγίστοις τιμωρούμενοι» καὶ οἱ αἰχμάλωτοι πολέμου. 





Πὼς ὅμως διαμορφώθηκε ὁ μῦθος περὶ κατακρήμνισης καχεκτικῶν παιδιῶν στὸν Καιάδα; 

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Πλάτων, ὁ ὁποῖος στὴν «Πολιτεία» του πρότεινε τὴ θανάτωση τῶν ἀσθενικῶν βρεφῶν σὲ βάραθρο τῆς κλασικῆς Ἀθήνας, ἀλλὰ ἀνεξήγητα τὸ ἐφιαλτικὸ ὄνειρό του Πλάτωνα χρεώθηκε ἡ Σπάρτη. Ὁ Καιάδας ἔχει -μᾶλλον κακῶς- ταυτιστεῖ μέ τους, ἐπίσης τρομερούς, «Ἀποθέτες». Τὸν τόπο δηλαδὴ ποὺ οἱ Σπαρτιᾶτες ἀπέθεταν τὰ μὴ ἀρτιμελῆ βρέφη, ὅπως ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος καὶ μόνον αὐτός, στὸν βίο τοῦ Λυκούργου. Συγκεκριμένα ὁ ἀρχαῖος ἱστορικὸς γράφει ὅτι οἱ γονεῖς τοῦ κάθε νεογέννητου τὸ ἔφερναν ἐμπρὸς σὲ μία ἐπιτροπὴ γερόντων ποὺ τὸ ἐξέταζαν. Ἐὰν τὸ ἔβρισκαν ὑγιὲς καὶ ἀρτιμελὲς τὸ παρέδιδαν στὴν πόλη νὰ ἀνατραφεῖ, ἐνῷ στὴν ἀντίθετη περίπτωση τὸ «ἀπέπεμπον εἰς τὰς λεγομένας Ἀποθέτας», ἕναν βαραθρώδη τόπο στὸν Ταΰγετο, ἔτσι ὥστε τὸ δύσμορφο βρέφος νὰ πεθάνει μὲν ἀπὸ βέβαιο φυσικὸ θάνατο, ἀλλὰ ἡ πολιτεία νὰ μὴ μιανθεῖ ἀπὸ τὴν ἐκτέλεση του. Πάντως, ἀκόμη καὶ ἔτσι, οἱ σύγχρονοι ἐρευνητὲς ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτὴ τὴν τύχη εἶχαν μόνο τὰ παιδιὰ μὲ βαριὲς δυσμορφίες καὶ ὄχι ἐλαφρὲς ἀναπηρίες, ἀλλὰ καὶ παιδιὰ ἀπὸ ἀνεπιθύμητες ἐγκυμοσύνες. 


Πιθανότατα, οἱ ἀόριστες ἀναφορὲς γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη νεογνῶν στοὺς «Ἀποθέτες» του Ταΰγετου, ποὺ συνδέονται συχνὰ μὲ τὸν ἀρχαῖο Καιάδα, συγχέονταν μὲ τὴ γνωστή, σὲ ὅλη τὴν ἀρχαιότητα, πρακτική της βρεφοκτονίας. Ἡ πρακτική της βρεφοκτονίας, ἀποτελοῦσε ἔσχατο καὶ ἐπώδυνο μέσο οἰκογενειακοῦ προγραμματισμοῦ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἀπὸ τὴν ἀπώτερη προϊστορία μέχρι τὴ σύγχρονη ἰατρικὴ ἐπανάσταση καὶ τὴν ἐφαρμογὴ προηγμένων μεθόδων ἀντισύλληψης καὶ ἀποφυγῆς ἀνεπιθύμητων κυήσεων. Ἡ δέ, ἔκθεση τῶν παιδιῶν μὲ κάποια γενετικὴ δυσπλασία ἢ δυσμορφία ἀποτελοῦσε κοινὴ πρακτικὴ καὶ δὲν παρατηροῦνται διακρίσεις ἢ πολυνομία ἀπὸ πόλη σὲ πόλη καὶ ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχή. 
Ὅμως, ἀκόμη καὶ ἡ συνθήκη τῆς ψυχικὰ ἐπώδυνης βρεφοκτονίας, βρίσκεται σὲ πλήρη ἀντιπαράθεση μὲ τὴν ἀποτρόπαιη καὶ ἀήθη παραβίαση τῆς ἔμφυτης ἀνθρώπινης αἴσθησης τοῦ φυσικοῦ καὶ νομικοῦ δικαίου, ποὺ συνεπάγεται ὁποιαδήποτε ἀντίληψη ἐγκατάλειψης ἀνυπεράσπιστων καὶ ἐν ζωῇ νεογνῶν, στὶς διαθέσεις ἐπιθετικῶν καιρικῶν συνθηκῶν καὶ ἄγριων ζώων. Συνεπῶς, ἡ ἄποψη αὐτὴ φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ πάρεργο τῆς ἴδιας δυσφημιστικῆς παρερμηνείας τοῦ Καιάδα καὶ τῆς ἐγχώριας ἱστορικῆς ὑποβάθμισης τῆς ἀρχαίας Σπάρτης (μὲ τὴν ἑλληνικὴ Ἐκκλησία νὰ ὑποστηρίζει αὐτὸν τὸν μῦθο, μὲ ἰδιαίτερο «ζῆλο»). 

Σύμφωνα μὲ τὸν Ἡρόδοτο οἱ ἐκτελέσεις καταδίκων (ἢ αἰχμαλώτων) γίνονταν πάντα τὴ νύχτα καὶ πολλὲς ἑρμηνεῖες μποροῦν νὰ δοθοῦν πάνω σὲ αὐτό, ποὺ ἀφοροῦν εἴτε σὲ κάποια τελετουργικὴ πρακτικὴ εἴτε σὲ ψυχολογικὰ αἴτια ἢ στὴν ἐπιθυμία νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὴν κοινὴ θέα τὸ ἐπαίσχυντο τέλος ἑνὸς Σπαρτιάτη. Ἐπιπλέον, οἱ ἐκτελέσεις γίνονταν στὴ φυλακή, προφανῶς διὰ ἀπαγχονισμοῦ, τοὐλάχιστον ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἡροδότου. Ὁ Καιάδας δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ οὔτε κάποιο ἄλλο εἶδος κατακρημνισμοῦ. Ἴσως ὁ Καιάδας νὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς ἕνα μέρος ὅπου ρίχνονταν τὰ σώματα μετὰ τὴν ἐκτέλεση. 

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, πάντως, πὼς ἔχουμε ἐλάχιστες μαρτυρίες γιὰ ὑποθέσεις ἀνθρωποκτονίας στὴ Σπάρτη καὶ ἀκόμη λιγότερες γιὰ τὶς ποινὲς ποὺ ἐπιβάλλονταν ἐκεῖ. Γενικότερα, στὴν ἀρχαιότητα οἱ ἀναφορὲς γιὰ τὴ θανάτωση βρεφῶν στὸν Καιάδα εἶναι ἐξαιρετικὰ περιορισμένες καὶ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἀσάφεια καὶ ἀπροσδιοριστία, ἐνῷ στὴ σύγχρονη ἐποχὴ ἀποκτοῦν μεγαλύτερη ἀποδοχὴ καὶ διάδοση καὶ μάλιστα σὲ συγγράμματα τῆς στοιχειώδους ἐκπαίδευσης, παρὰ τὴν παντελῆ ἔλλειψη τεκμηρίωσης καὶ ὑποστήριξης τῆς αἰνιγματικῆς μυθοπλασίας. Ἀντίθετα, στὴ διεθνῆ ἱστοριογραφία οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς ἀμφισβητοῦνται ἢ ἀγνοοῦνται παντελῶς.
Ὁ θρῦλος αὐτός, φαίνεται νὰ παίρνει σάρκα καὶ ὀστᾶ τὸ 1904, ὅταν κατὰ τὴν διεξαγωγὴ ἀρχαιολογικῆς ἔρευνας, τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα ἐντὸς τοῦ Καιάδα ὁδήγησαν τὴν τότε ὁμάδα τῶν ξένων ἀρχαιολόγων στὴ διαπίστωση, ποὺ ἕως σήμερα κακῶς παραμένει, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Σπαρτιᾶτες ἔριχναν στὸν γκρεμὸ τὰ ἀνάπηρα παιδιά, μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι τοὺς ἦταν βάρος καὶ ἄχρηστα γιὰ τὴν κοινωνία τους. Ἡ ἐπιστημονικὴ ὁμάδα βασίστηκε στὸ μικρὸ μέγεθος τῶν ὀστῶν, ποὺ ἀποκάλυψε ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν σὲ ὀστᾶ μικρῶν παιδιῶν. 

Τὸ 1956, μισὸ αἰῶνα μετά, ἡ μέθοδος τοῦ ἄνθρακος C14 ἀξιολόγησε τὰ συγκεκριμένα εὑρήματα ὡς μὴ ἀνήκοντα σὲ παιδιὰ ἀλλὰ σὲ ἐνήλικους ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ μόνον σὲ ἕνα ποσοστὸ 15% ἀνήλικων. Ἅπαντες δέ, εἶχαν κατάγματα. Κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1980, ἀλλὰ καὶ τὸ 2003, πολλοὶ ἀρχαιολόγοι, σπηλαιολόγοι ἀλλὰ καὶ ὀρειβάτες κατέβηκαν στὸν Καιάδα καὶ ἔδωσαν διάφορα στοιχεῖα γιὰ τὰ εὑρήματα ποὺ ὑπάρχουν στὸ ἐσωτερικό του. Ἐπικρατεῖ, βέβαια, μιὰ σύγχυση γιὰ τὸ κατὰ πόσο ἔφτασαν στὸν «πάτο» τοῦ πηγαδιοῦ. Ἄλλωστε, δὲν γνωρίζουμε ἂν μὲ τὰ χρόνια λόγῳ τῶν σεισμῶν ἡ δομὴ τοῦ Καιάδα ἔχει ἀλλάξει. Κατὰ τὸν Πλούταρχο (Κίμων 16.4) ὁ σεισμὸς τοῦ 464 π.Χ. ἦταν τρομακτικὰ ἰσχυρός: «Ἡ χώρα τῶν Λακεδαιμόνιων χάσμασιν ἐνώλισθε πολλοῖς καὶ τῶν Ταϋγέτων τιναχθέντων κορυφαὶ τινὲς ἀπερράγησαν» (ἄνοιξαν χάσματα καὶ ἀποκόπηκαν βράχοι ἀπὸ τὶς κορφὲς τοῦ Ταΰγετου). Εἶναι ἑπομένως φυσικὸ νὰ ἔπεσαν ἀπὸ τότε μεγάλοι βράχοι καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Καιάδα. 
 Παρατηρήθηκε ὅτι καὶ πάνω σὲ πεσμένους ὀγκολίθους ὑπῆρχαν ὀστᾶ ἀνθρώπινων σκελετῶν, ποῦ ρίχτηκαν προφανῶς ἀπὸ τὴν ἄνω, ἀρχικὴ εἴσοδο καὶ μετὰ τὸ 464 π.χ. Πάντως, τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι τὰ ὀστᾶ ποὺ βρῆκαν ἐκεῖ ἀνήκουν σὲ ἐνηλίκους, ἡλικίας 18-35 ἐτῶν. Βρέθηκε μόνο ἕνας σκελετὸς παιδιοῦ, ὄχι πολὺ μικρῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖο πιθανολογεῖται ὅτι ἔπεσε κατὰ λάθος μέσα στὸν Καιάδα. Μαζὶ μὲ τὰ ὀστᾶ βρέθηκαν αἰχμὲς ἀπὸ βέλη καὶ δόρατα, ἐνῷ ἕνα θραῦσμα κρανίου εἶχε καρφωμένη πάνω του τὴν αἰχμὴ ἑνὸς βέλους. Πολλοὶ κατέληξαν στὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ σώματα ποὺ ρίχτηκαν ἐκεῖ ἦταν ἤδη νεκρά. Βρέθηκαν, ἐπίσης, λύχνοι καὶ σιδερένιοι χαλκάδες-δεσμά. 

Σὲ κάθε περίπτωση δὲν διαπιστώθηκε ἡ παρουσία σκελετικῶν εὑρημάτων νεογέννητων ἀτόμων ἢ βρεφῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ πιὸ ἀμφιλεγόμενο καὶ ἀμφισβητούμενο στοιχεῖο τῆς σχετικῆς ἱστοριογραφίας ποὺ συνδέεται μὲ τὸ σπηλαιοβάραθρο τοῦ Καιάδα καὶ τὴν ἀρχαία Σπάρτη. 
Ἐπίσης, δὲν μπόρεσε νὰ διαπιστωθεῖ μέχρι σήμερα, παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες ἔρευνες, ἡ παρουσία σκελετικῶν εὑρημάτων μικρῶν παιδιῶν, βιολογικῆς ἡλικίας 1-4 ἐτῶν ἢ μεγαλύτερων παιδιῶν ἡλικίας 5-10 ἐτῶν, στὸ χῶρο του σπηλαιοβαράθρου. 
Ὅπως ἔχει, ἤδη, ἀναφερθεῖ, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα σκελετικὰ εὑρήματα, ποὺ βρέθηκαν στὸ χῶρο του σπηλαιοβαράθρου, ἀνήκουν σὲ ἄνδρες βιολογικῆς ἡλικίας, μεταξὺ 18 καὶ 35 ἐτῶν. Μόνο δύο κρανία ἐνηλίκων ἀνδρῶν ἐμφανίζουν ἐνδείξεις πιθανῆς βιολογικῆς ἡλικίας μεγαλύτερης τῶν πενῆντα ἐτῶν, ἐνῷ βρέθηκαν λίγα σκελετικὰ εὑρήματα δύο ἐφήβων, πιθανῆς ἡλικίας 14-17 ἐτῶν, καθὼς καὶ τμήματα μετωπιαίου ὀστοῦ καὶ ἄνω γνάθου ποὺ πρέπει νὰ ἀνήκουν σὲ ἕνα ἀκόμη νεαρὸ ἄτομο ἡλικίας, περίπου, δώδεκα ἐτῶν. 
Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ περίπτωση τοῦ νεαρότερου ἀτόμου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ τεκμήριο θανάτωσης βρεφῶν στὸν Καιάδα. Ἀντίθετα εἶναι γνωστή, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἱστορικὴ περίοδο, ἡ συχνὴ ἐμπλοκὴ μεγαλύτερων παιδιῶν καὶ ἐφήβων σὲ βίαιες ἀντιπαραθέσεις καὶ πολεμικὲς συρράξεις. 

Τὰ συμπεράσματά περί εὐγονίας τῶν Σπαρτιατῶν, στὸ πλαίσιο μιᾶς στρατοκρατούμενης κοινωνίας, ὁ ὑπερβάλλων ρόλος των φυλετὼν στὶς οἰκογενειακὲς καὶ ἀτομικὲς ὑποθέσεις, στὸ πλαίσιο τοῦ κοινοβιακοῦ χαρακτῆρα τῆς σπαρτιατικῆς κοινωνίας, προέρχονται καὶ ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστα μέρη τοῦ σπαρτιατικοῦ μύθου, τοῦ ὁποίου ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἀρχιτέκτονες ἦταν καὶ ὁ Πλούταρχος. Συνεπῶς, ἡ οὕτως ἢ ἄλλως ἀμφισβητήσιμη ἀναφορὰ στὴ σκόπιμη θανάτωση βρεφῶν στὸν Καιάδα, γιὰ λόγους εὐγονικῆς, φαίνεται νὰ κλονίζεται σοβαρά. Τὸ παραμύθι περί «...ὡραίων Σπαρτιατῶν, Καιάδα ἀνάπηρων τέκνων» ἄλλωστε δὲν συμπορεύεται μὲ τὸν ποιητὴ Τυρταῖο (ἐκ γενετῆς τυφλόν), τὸν βασιλιᾶ Ἀγησίλαο τῆς Σπάρτης (ἐκ γενετῆς χωλὸν) καὶ πλείστους ἄλλους διακεκριμένους Σπαρτιᾶτες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦταν ἀρτιμελεῖς, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἱστορία. Χαρακτηριστικὸ εἶναι δέ, πὼς ὅταν κάποτε εἰρωνεύτηκαν ἕναν κουτσὸ Σπαρτιάτη ποὺ πήγαινε νὰ πολεμήσει, αὐτὸς ἀπάντησε πὼς «ὁ πόλεμος χρειάζεται ἄτομα ποὺ μένουν στὴ θέση τους καὶ ὄχι ἄτομα ποὺ τὸ βάζουν στὰ πόδια», ἐνῷ σὲ παρόμοια περίπτωση τυφλοῦ Σπαρτιάτη, αὐτὸς ἀπάντησε πὼς «καὶ τίποτα νὰ μὴν κάνω, ὅλο καὶ κάποια λεπίδα τοῦ ἐχθροῦ θὰ στομώσω μὲ τὸ σῶμα μου». 

Ἐκφοβιστικὴ Προβολή: Ἡ ἀφήγηση αὐτὴ ἐνίσχυσε τὸν φόβο καὶ τὸ δέος γύρω ἀπὸ τὴ Σπάρτη, παρουσιάζοντας τὴν πόλη ὡς ἕνα μέρος ὅπου μόνο οἱ ἰσχυρότεροι ἐπιβιώνουν. Ἦταν ἕνας τρόπος νὰ δείξουν οἱ Σπαρτιᾶτες τὴν ἀφοσίωσή τους στὴν ἐπιβίωση τοῦ κράτους καὶ τὴ στρατιωτικὴ ὑπεροχή. 

Ἀποθετήριο ἀναπήρων τέκνων πρωτολειτούργησε ἐπὶ Βυζαντίου (τὰ ἀνάπηρα τέκνα τὰ ἀπέθεταν στὰ «ἄντρα», τὰ ὁποῖα ἦταν σπηλιές), προηγήθηκε ὅμως ἡ ἀπόθεση τέκνων ὑγιῶν καὶ μὴ ὑγιῶν ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους κατὰ τὴν τελευταία περίοδο τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας γνωστὴ καὶ ὡς πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας γιὰ ἄλλους λόγους (κοινωνικοὺς κατ’ ἐξοχήν). 


Ὁ Θεόδωρος Πίτσος, Καθηγητὴς Φυσικῆς Ἀνθρωπολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐξηγεῖ πὼς μετὰ ἀπὸ ἔρευνες ἀποδείχτηκε πὼς ποτὲ οἱ Ἀρχαῖοι Σπαρτιᾶτες δὲν πέταγαν τὰ παιδιά τους στὸν Καιάδα σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἑλληνικὸ κράτος ποὺ γιὰ δεκαετίας μέσῳ τῆς ἐκπαίδευσης ὑποστηρίζουν τὸ ἀντίθετο. 



Τρίτη 16 Μαΐου 2023

"Ἡ Πόλις ἔπεσεν: Μῦθοι, Θρῦλοι καὶ Προφητεῖαι τῆς Ἁλώσεως"











«Ἐνιαυτὸς ἦν ἀπὸ Χριστοῦ 1453. Ἡ Βασιλίς τῶν Πόλεων, Κωνσταντινούπολις, ἐκυλίετο πρὸς τὸν ἔσχατον λυγμὸν. Ἀλλ’ οὐχ ἁπλῶς πόλις· ἦν καρδία τοῦ Κόσμου, ὄμμα Θεοῦ, στέφανος Βασιλέων. Ἀλλ’ ὅτε ἔπεσεν, ἐγεννήθησαν οἱ θρῦλοι...»



Πάψετε τὸ Χερουβικό, κι ἂς χαμηλώσουν τ' Ἅγια γιατί εἶναι θέλημα Θεοῦ, ἡ Πόλη νὰ τουρκέψη».
«Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες». «Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, μὴν κλαῖς καὶ μὴ δακρύζῃς, πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά' ναί».

«Ἐξ αἰώνων, φωναὶ ἀορίστων ἀνδρῶν ἔλεγον: "Πόλις ληφθήσεται, ἀλλ’ ὅταν μήτε Ἕλλην μήτε Λατῖνος ἀντιτάσσηται."
Καὶ ὅμως… ἐν ταῖς τελευταίαις ἡμέραις, παρὰ τὰ τείχη, οἰωνοὶ ἐφαίνοντο: λύκοι ἐντὸς τῆς Πόλεως, φῶς ἐν τῷ Οὐρανῷ, καὶ τὰ ἱερὰ σίγαζον…»


29 Μαΐου 1453: Ἡ ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ! Ἡ χιλιόχρονη αὐτοκρατορία ἔπεσε. Ὁ θρῦλος λέει ὅτι «ἤτανε θέλημα Θεοῦ». Ἀπὸ τότε τὸ φρόνημα τῶν Ἑλλήνων τὸ κρατᾶνε ζωντανὸ ἀκριβῶς αὐτοὶ οἱ θρῦλοι γιὰ τὴν ἐπανάκτησή της.
«Κάποτε ἡ Ἀγιὰ Σοφιὰ θὰ λειτουργηθεῖ ξανὰ ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς» λέει ἡ παράδοση καὶ ὁ μαρμαρωμένος βασιλιᾶς θὰ ξυπνήσει... «Πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς...»


Μῦθοι καὶ θρῦλοι ἀπὸ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης


Παραδοσιακοὶ καὶ θαυμαστοὶ θρῦλοι, ἀναπτύχθηκαν γύρω ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης, γιὰ νὰ θρέψουν τίς ἐλπίδες καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἔθνους ἐπὶ αἰῶνες. «Πάλι μὲ Χρόνους καὶ καιρούς».
Ὅταν ἔπεσε ἡ Κωνσταντινούπολη στοὺς Τούρκους, ἕνα πουλὶ ἀνέλαβε νὰ πάει ἕνα γραπτὸ μήνυμα στὴν Τραπεζοῦντα στὴν Χριστιανικὴ Αὐτοκρατορία τοῦ Πόντου γιὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης.


Μόλις ἔφτασε ἐκεῖ πῆγε κατευθεῖαν στὴ Μητρόπολη ποὺ λειτουργοῦσε ὁ Πατριάρχης καὶ ἄφησε τὸ χαρτὶ μὲ τὸ μήνυμα πάνω στὴν Ἅγια Τράπεζα. Κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ πάει νὰ διαβάσει τὸ μήνυμα. Τότε πῆγε ἕνα παλληκάρι, γιὸς μιᾶς χήρας, καὶ διάβασε τὸ ἄσχημο μαντᾶτο «Πάρθεν ἡ Πόλη, Πάρθεν ἡ Ρωμανία».
Τὸ ἐκκλησίασμα καὶ ὁ Πατριάρχης ἄρχισαν τὸν θρῆνο, ἀλλὰ ὁ νέος τους ἀπάντησε.
«Κι ἂν ἡ Πόλη ἔπεσε, κι ἂν πάρθεν ἡ Ρωμανία, πάλι μὲ χρόνους καὶ καιρούς, πάλι δικά μας θά' ναί».


Ὁ Μαρμαρωμένος Βασιλιᾶς

«Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, τελευταῖος Ῥωμαίων Αὐτοκράτωρ, ἔπεσεν· ἢ μή…
Οἱ θρῦλοι λέγουσιν ὅτι ἄγγελος Κυρίου τὸν ἔκρυψεν εἰς σπήλαιον πέριξ τῆς Χρυσείας Πύλης, καὶ ὅταν ἀναστήσῃ ὁ Θεὸς τὴν Βασιλείαν τὴν Ῥωμαϊκὴν, ἐκεῖνος πάλιν ἀναστήσεται.
Ἐκείνῳ ἀναμένουσιν οἱ Γέροντες…»


Ὁ λαοφιλέστερος θρῦλος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ τελευταῖο αὐτοκράτορα ποὺ μαρμάρωσε μέσα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἡ παράδοση πέρασε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἀμέσως μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης.
Ὅταν ἡ Πόλη πέρασε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, ὁ λαὸς δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει ὅτι ἕνα τέτοιο κτίσμα ἔχει περιέλθει σὲ μουσουλμανικὰ χέρια.
Διέδωσαν λοιπὸν ὅτι ὁ βασιλιᾶς κρύφτηκε πίσω ἀπὸ μία κολόνα τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στοὺς διαδρόμους καὶ παρέμεινε κρυμμένος ἐκεῖ.


Οἱ ὧρες ἀναμονῆς τὸν "μαρμάρωσαν". Εἶναι γεγονὸς ὅτι κανεὶς δὲν βρῆκε τὸ πτῶμα τοῦ τελευταίου ὑπερασπιστῆ, τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου. Χάθηκε καὶ πίστεψαν ὅτι Ἄγγελος Κυρίου τὸ ἔκρυψε καὶ τὸ μαρμάρωσε.
Κάποτε θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ πνοὴ Θεοῦ θὰ τοῦ δώσει δύναμη καὶ ζωὴ ξανὰ καὶ ὅλα θὰ ξαναγίνουν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἡ Πόλη θὰ εἶναι καὶ πάλι ἐλεύθερη.

Ἡ Φλόγα τοῦ Ναοῦ

«Την ἔσχατην νύκτα, εἶδον πολλοὶ φῶς ἐν τῷ θόλῳ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἔλεγον ὅτι ἦν φλόγα οὐράνιος, ἀνελκομένη. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπεχώρει ἐκ τοῦ Οἴκου Αὐτοῦ…
Ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς, τὸ φῶς ἐχάθη, καὶ τὸν Ναὸν κατέλαβεν σιγή βαθεῖα.»

Ὁ παπᾶς τῆς Ἁγίας Σοφίας

«Καθὼς οἱ πολέμιοι διέσπασαν τὰς θύρας, εἷς ἱερεὺς τελοῦν λειτουργίαν ἔδραμε πρὸς τὸν τοῖχον, ὁπόθεν ἡ γῆ ἀνεῴχθη, καὶ ἔκρυψεν αὐτόν.
Καὶ λέγουσιν, ὅτι ἐν ἡμέρᾳ ἀποκαταστάσεως, ἐκεῖθεν θ’ ἐξέλθῃ καὶ θὰ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν, ἥτις ἔμεινε ἡμιτελὴς.

Ἕνας ἄλλος θρῦλος ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς εἶναι ὁ θρῦλος τοῦ παπᾶ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἡ παράδοση λέει ὅτι τὴν ὥρα ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἔμπαιναν στὴν ἐκκλησία, ὁ παπᾶς διέκοψε τὴ λειτουργία καὶ κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὸ ἱερό.
Σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ποὺ κρύφτηκε ἐνῶ ὑπῆρχε μία πόρτα, "ὡς δια μαγείας" ἡ πόρτα ἔγινε τοῖχος τὸν ὁποῖο κανεὶς καὶ ποτὲ δὲν κατάφερε νὰ σπάσει ἀπὸ τότε.
Οὔτε οἱ Τοῦρκοι, οὔτε οἱ Ἕλληνες μάστορες τοὺς ὁποίους ἔφερναν γιὰ αὐτὸ τὸ σκοπὸ δὲν μπόρεσαν νὰ γκρεμίσουν τὸν τοῖχο.
Ὁ θρῦλος καταλήγει ὅτι ὅταν ἡ Ἁγία Σοφία ξαναγίνει ἑλληνικὴ ἐκκλησία, τότε ὁ παπᾶς θὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ θὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἡμιτελῆ λειτουργία του.


Ἡ κρύπτη τῆς Ἁγίας Σοφίας


Ἕνα «μυστικὸ» δωμάτιο στὴν Aγία Σοφία τῆς Kωνσταντινούπολης ἀποκαλύπτεται τώρα ὡς «θυρανοίξια» τοῦ κρυφοῦ ἱεροῦ ὅπου εἶχε καταφύγει στὶς 29 Mαΐου 1453 ὁ βυζαντινὸς ἱερέας γιὰ νὰ συνεχίσει τὴ θεία λειτουργία ποὺ εἶχε διακοπεῖ στὸν κύριο Nαὸ τῆς Aγίας Σοφίας.
H ἀνακάλυψη ὀφείλεται στὸν καθηγητὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Bιέννης Πολυχρόνης Eνεπεκίδης.
Tο ξεχασμένο δωμάτιο ἐντοπίστηκε ὅταν ἡ νέα διευθύντρια τοῦ Mουσείου τῆς Aγίας Σοφίας Zαλὲ Nτεντέογλου ρώτησε ἂν ὑπάρχει χῶρος ποὺ νὰ μὴν ἔχει ἀνοιχτεῖ καὶ διέταξε νὰ παραβιάσουν τὴν κλειδαριὰ τοῦ συγκεκριμένου χώρου, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κλειδὶ τῆς πόρτας.


Ἀποκαλύφθηκε τότε πὼς τὸ δωμάτιο ποὺ δὲν εἶχε ἀνοιχτεῖ ἀπὸ τὸ 1968, ὑπῆρξε ἐργαστήρι τοῦ Γκάσπαρο Φοσάτι (1809 - 1883), ὁ ὁποῖος ἀκολουθῶντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Σουλτάνου, ἀναστήλωσε πλήρως τὸ μνημεῖο στὴ διάρκεια τῆς περιόδου 1847 - 1849.
H ἔρευνα τοῦ καθηγητῆ Πολυχρόνη Eνεπεκίδη καταδεικνύει ὅτι ὁ Φοσάτι εἶχε ἁπλῶς μετατρέψει ἐπιδέξια σὲ γραφεῖο του τὴν κρύπτῃ ποὺ τοῦ εἶχαν ὑποδείξει οἱ Ἕλληνες φίλοι του στὴν Πόλη.
H κρύπτη, μία ἀπὸ τίς πολλὲς τοῦ μεγάλου ναοῦ, ἦταν τὸ κρυφὸ ἐκεῖνο ἱερὸ ὅπου συνεχίστηκε ἀπὸ τὸν ἱερέα ἡ διακοπεῖσα ἱεροτελεστία, καὶ ὅταν τελείωσε ἔκλεισε ἡ πόρτα τῆς κρύπτης καὶ θὰ ἄνοιγε, κατὰ τὴν παράδοση, ὅταν καὶ πάλι Ἕλληνες θὰ ἦταν οἱ ἱερεῖς καὶ τὸ ἐκκλησίασμα.


Ἡ Ἁγία Τράπεζα


Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ χρυσό. Ἀπὸ πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα τῶν αὐτοκρατόρων, ἀνάμεσα τοὺς καὶ αὐτὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Καὶ λέγεται ὅτι αὐτὸ γινόταν γιὰ νὰ θυμίζουν στοὺς χριστιανοὺς τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα. Τὰ τριάκοντα ἀργύρια.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση πρὶν ὁ Μωάμεθ ὁ Β΄ καταλάβει τὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ αὐτοκράτορας Κών/νὸς διέταξε νὰ μεταφέρουν τὴν ἁγία τράπεζα καὶ ὅλα τὰ κειμήλια τῆς Ἁγίας Σοφίας μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν Τούρκων.
Τρία καράβια Ἑνετικὰ λοιπὸν ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν πόλη γεμᾶτα μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ κειμήλια, ὅπως λέει καὶ ὁ θρῦλος, ἀλλὰ τὸ τρίτο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μετέφερε τὴν ἁγία τράπεζα βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ Βοσπόρου στὴν περιοχὴ τοῦ Μαρμαρᾶ.


Ἡ περιοχὴ τοῦ Μαρμαρᾶ


Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ εἶναι βυθισμένη ἡ ἁγία τράπεζα τὰ νερὰ τῆς θάλασσας εἶναι πάντοτε ἤρεμα καὶ γαλήνια, ἀσχέτως μὲ τίς καιρικὲς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν γύρῳ,γύρω περιοχή.
Τὸ φαινόμενο μαρτυροῦν καὶ σύγχρονοι Τοῦρκοι ἐπιστήμονες, ποὺ ἔχουν κάνει κατὰ καιροὺς ἀπόπειρες νὰ ἀνακαλύψουν ποὺ ὀφείλεται αὐτὸ τὸ περίεργο φαινόμενο, ἀλλὰ λόγῳ τῆς λασπώδους σύστασης τοῦ βυθοῦ, ἐπέστησαν ἄκαρπες.
Στὸ βιβλίο τοῦ Δωροθέου Μονεμβασίας μὲ τίτλο «Βίβλος Χρονική» (1781) διαβάζουμε:
«Οἱ Ἑνετοὶ τὴν ὑπερθαύμαστον καὶ ἐξάκουστον Ἁγίαν Τράπεζαν τῆς Ἁγίας Σοφίας, τὴν πολύτιμον καὶ ωραιότατην, ἔβγαλαν ἀπὸ τὸν Ναὸ καὶ ἔβαλαν εἰς τὸ καράβι, καὶ καθὼς ἔκαναν ἄρμενα καὶ ἐπήγαιναν πρὸς Βενετία, ὦ, τοῦ θαύματος!


Πλησίον τῆς νήσου τοῦ Μαρμαρᾶ ἄνοιξε τὸ καράβι καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν ἡ Ἁγία Τράπεζα κξαὶ ἐβούλησε καὶ εἶναι ἐκεῖ ὡς σήμερον, καὶ τοῦτο εἶναι φανερὸν καὶ τὸ μαρτυροῦν οἱ πάντες, διότι ὅλον τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅταν κάμνει φουρτούνα, ἡ θάλασσα ὅλη κάμνει κύματα φοβερά, εἰς δὲ τὸν τόπο ὅπου εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι γαλήνη καὶ δὲν ταράσσεται ἡ θάλασσα.
Καὶ ὑπαγαίνουν τινὲς ἐκεῖ μὲ περάματα, καὶ λαμβάνουν ἀπὸ τὴν θάλασσαν ἐκείνην, ὅπου εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα, καὶ μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, ἀπὸ τὸ ἅγιον μύρον ὅπου ἔχει καὶ τῶν ἄλλων ἀρωμάτων».


Ὁ πατέρας τῆς Ἑλληνικῆς λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει γιὰ τὸ περιστατικό:


«Τὴν ἡμέρα ποὺ πάρθηκεν ἡ Πόλη ἔβαλαν σ' ἕνα καράβι τὴν Ἁγία Τράπεζα, νὰ τὴν πᾶνε στὴν Φραγκιά, γιὰ νὰ μὴν πέσει στὰ χέρια τῶν Τούρκων. Ἐκεῖ ὅμως στὴν θάλασσα τοῦ Μαρμαρᾶ, ἄνοιξε τὸ καράβι καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐβούλιαξε στὸν πάτο.


Στὸ μέρος ἐκεῖνο ἡ θάλασσα εἶναι λάδι, ὅση θαλασσοταραχὴ καὶ ἂν εἶναι γύρῳ.,γύρω. Καὶ τὸ γνωρίζουν τὸ μέρος αὐτὸ ἀπὸ τὴ γ΄λήνη ποὺ εἶναι πάντα ἐκεῖ καὶ ἀπὸ τὴν εὐωδία ποὺ βγαίνει. Πολλοὶ μάλιστα ἀξιώθηκαν νὰ τὴν ἰδοῦν στὰ βάθη τῆς θάλασσας».
«Τρία καρά - κρουσταλλένια μου, τρία καρά - τρία καράβια φεύγουνι,
ποὺ μέσα ποὺ τὴν Πόλι, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι ἀναστενάζει.
τό' νὰ φορτώνει του Σταυρό, κι τ' ἄλλο τοῦ Βαγγέλιου
τοῦ τρίτου του καλύτερου, τὴν Ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τα σκυλιά, κι μᾶς τὴ μαγαρίσουν
Ἡ Παναγιὰ ἀναστέναξι, κι δάκρυσαν οἱ 'κόνις...»
Ἡ Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας ἀναπαύεται στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας, πάνω στὴν ἄμμο καὶ στὰ κοχύλια. Τὸ σημεῖο ὅπου βούλιαξε τὸ καράβι τὸ ξέρουν καλὰ οἱ ναυτικοὶ καὶ εὔκολα τὸ βρίσκουν. Πραγματικά, ἀκόμα κι ὅταν ἡ πιὸ ἄγρια τρικυμία, φουσκώνει ὁλόγυρα τὰ κύματα καὶ κάνει τὴ θάλασσα νὰ μουγκρίζει, ἐκεῖ εἶναι γαλήνη καὶ ἡσυχία.




Ἀπὸ τὴ λεία καὶ λαμπρὴ ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ ἀνεβαίνουν γλυκὲς εὐωδιὲς καὶ ἀντίλαλος ἀπὸ ἀγγελικὲς ψαλμωδίες. Πολλοὶ ἄξιοι δύτες ποὺ μαζεύουν κοράλλια ἢ ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν νὰ κατέβουν καὶ νὰ δοῦν τὸ ναυαγισμένο καράβι.
Κανεὶς δὲν τὰ κατάφερε. Ἡ θάλασσα, πολὺ βαθιὰ σ αὐτὸ τὸ μέρος, φυλάει τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων ἀπὸ κάθε βέβηλο μάτι.
Ὅταν ὅμως θὰ ξαναπάρουμε τὴν Πόλη, ἡ Ἁγία Τράπεζα, ποὺ μένει στὴν ἄμμο τοῦ βυθοῦ, θ ἀνέβει στὴν ἐπιφάνεια ὅπως ἀνεβαίνει ὁ δύτης. Θ ἀρμενίσει μόνη τῆς κατὰ τὸ Βυζάντιο καὶ θὰ τὴν πάρουμε ἀπὸ κεῖ ποὺ θ ἀράξει. Θὰ τὴν ξαναφέρουμε στὴν Ἁγία Σοφία καὶ μὲ χαρούμενους ὕμνους, θὰ τὴν ἀφιερώσουμε πάλι στὴ Σοφία τοῦ Θεοῦ.
Τότε, μέσα στὴ Βασιλικὴ ποὺ ἔχτισε ὁ μεγάλος Ἰουστινιανός, θὰ λάμψουν πάλι τὰ μωσαϊκά, οἱ εἰκόνες τῶν Ἁγίων, τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὁ σταυρὸς θὰ ξαναφανεὶ πάνω ἀπὸ τὸ μαρμάρινο τραπέζι ποὺ ξέπλυναν τὰ κύματα.
«Τὸ ποτάμι ποὺ σταμάτησε νὰ κυλάει»


Οἱ περισσότεροι τοπικοὶ θρῦλοι γιὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σὲ ἕνα σημεῖο: ὅλοι δείχνουν ὅτι ὁ χρόνος σταμάτησε μὲ τὴν κατάληψη τῆς ἱερῆς πόλης τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τοὺς ἄπιστους Τούρκους καὶ ὅτι ἡ τάξη στὸν κόσμο θὰ ἐπανέλθει μὲ τὴν ἀνακατάληψη τῆς Βασιλεύουσας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες.
Ἔτσι, καὶ στὴν Ἤπειρο ὑπάρχει μιὰ ἀντίστοιχη λαϊκὴ δοξασία. Συγκεκριμένα, ἕνα πουλὶ φέρνει τὴν ἀναγγελία τῆς πτώσης τῆς Πόλης σὲ μιὰ ὁμάδα βοσκῶν ποὺ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποτίζουν τὰ κοπάδια τους σὲ ἕνα ποτάμι.
Ὁ θρῦλος λέει ὅτι στὸ ἄκουσμα τῆς φοβερῆς εἴδησης τὰ νερὰ τοῦ ποταμίου σταμάτησαν νὰ κυλᾶνε, ἀφοῦ καὶ τὸ φυσικὸ στοιχεῖο θεώρησε ὅτι ἡ πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης ἦταν κάτι τὸ ἀνήκουστο. Τὸ ποτάμι θὰ συνεχίσει καὶ πάλι νὰ κυλάει, μόλις ἀπελευθερωθεῖ ἡ Πόλη, συνεχίζει ὁ λαϊκὸς θρῦλος...


«Τὰ ψάρια τοῦ καλόγερου»


Κάποιος καλόγερος εἶχε ψαρέψει σὲ ἕνα ποτάμι ψάρια καὶ τὰ τηγάνιζε κοντὰ στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἀκούστηκε ἀπὸ ἕνα πουλὶ τὸ μήνυμα τῆς πτώσης τῆς Κωνσταντινούπολης στοὺς Τούρκους.
Ὁ καλόγερος σάστισε καὶ ἀμέσως τὰ μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν ἀπὸ τὸ τηγάνι καὶ ξαναβρέθηκαν στὸ ποτάμι. Ἐκεῖ ζοῦν αἰώνια μέχρι τὴ στιγμὴ τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁπότε καὶ θὰ ξαναβγοῦν γιὰ νὰ συνεχιστεῖ τὸ τηγάνισμα τούς.


«Ὁ Πύργος τῆς Βασιλοπούλας»


Στὰ κάστρα τοῦ Διδυμότειχου ἕνας κυκλικὸς πύργος, ὁ ψηλότερος ὀνομάζεται "πύργος τῆς βασιλοπούλας". Ἡ παράδοση λέει πὼς κάποτε ὁ βασιλιᾶς διασκέδαζε κυνηγῶντας καὶ στὴ θέση του ἄφησε τὴν κόρη του.
Ὅταν τὸν εἰδοποίησαν ὅτι ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι εἶχε τόση ἐμπιστοσύνη στὴν ὀχυρότητα τοῦ κάστρου ὥστε εἶπε: "ἂν σηκωθεῖ ἀπὸ τὴ χύτρα ὁ κόκορας καὶ λαλήσει, θὰ πιστέψω ὅτι κυριεύτηκε ἡ πόλη".
Οἱ Τοῦρκοι ὅμως χρησιμοποίησαν δόλο καὶ ἔδειξαν τὸ χρυσοκέντητο μαντήλι τοῦ βασιλιᾶ στὴν κόρη του. Αὐτὴ μόλις τὸ εἶδε, τοὺς παρέδωσε τὸ κλειδὶ τοῦ κάστρου κι ἔγινε αἰτία τῆς ἅλωσης. Ὅταν κατάλαβε πὼς τὴν ξεγέλασαν, δὲν ἄντεξε τὴν ντροπὴ καὶ αὐτοκτόνησε πέφτοντας ἀπὸ τὸν πύργο. Ἀπὸ τότε ὁ πύργος λέγεται τῆς βασιλοπούλας.


«Οἱ Κρητικοὶ Πολεμιστές»


Ἕναν ἀπὸ τοὺς πύργους τῶν τειχῶν τῆς Πόλης τὸν ὑπεράσπιζαν τρία ἀδέρφια, ἄρχοντες Κρητικοὶ ποὺ πολεμοῦσαν μὲ τὸ μέρος τῶν Βενετῶν (ἡ Κρήτη τότε ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Βενετῶν).
Μετὰ τὴν πτώση τῆς πόλης τὰ τρία ἀδέρφια καὶ οἱ ἄντρες τους ἐξακολουθοῦσαν νὰ πολεμοῦν καὶ παρὰ τίς λυσσώδεις προσπάθειες τοὺς οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶχαν κατορθώσει νὰ καταλάβουν τὸν πύργο. Γιὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἐνημερώθηκε ὁ Σουλτᾶνος καὶ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴν παλικαριά τους.
Ἀποφάσισε, λοιπόν, νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ φύγουν μὲ ἀσφάλεια ἀπὸ τὸν πύργο καὶ νὰ πάρουν ἕνα καράβι μὲ τοὺς ἄντρες τους καὶ νὰ γυρίσουν στὴν Κρήτη. Πραγματικὰ ἡ πρόταση τοῦ ἔγινε δεκτὴ μὲ τὴ σκέψη ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνουν ζωντανοὶ γιὰ νὰ πολεμήσουν νὰ ξαναπάρουν τὴ Βασιλεύουσα πίσω ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.


Ἔτσι οἱ Κρητικοὶ ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο τους καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὸ νησί τους. Τὸ πλοῖο δὲν ἔφτασε ποτὲ στὴν Κρήτη καὶ ὁ θρῦλος λέει ὅτι περιπλανιοῦνται αἰώνια στὸ πέλαγος μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ξεκινήσει ἡ μάχη γιὰ τὴν ἀνακατάληψη τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες.
Τότε τὸ πλοῖο τῶν Κρητικῶν θὰ τοὺς ξαναφέρει στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ πάρουν καὶ αὐτοὶ μέρος στὴ μάχη καὶ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἀποστολή τους καὶ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος νὰ ξανακερδίσει τὴν Πόλη.
«Στὴν πόρτα τῆς Ἀγια-Σοφιάς, ποὺ σφράγισε / ἑνὸς ἀγγέλου χέρι, / διπλοσφαγμένος ἔπεσ' ὁ Δικέφαλος / ἀπ' τ' ἄπιστο μαχαίρι».

«Ἡ Πόλις ἔπεσεν, ἀλλ’ οἱ θρῦλοι ζῶσι.
Ἔνιοι λέγουσιν, ὅτι οὐχ ἡ Πόλις ἀπέθανεν, ἀλλ’ ὑπνώθη. 
Καὶ τὸ ξίφος τοῦ Βασιλέως, ὥσπερ ἡ Λόγχη τοῦ Περσέως, κείται ἔτι ὑπὸ γῆν…
Ἅμα τῇ πληρώσει τῶν καιρῶν, ἡ Πόλις ἀναβιώσει;»

Τέλος

«Οὐκ ἔστιν Πόλις, ἀλλὰ μνήμη ἱερὰ, ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν λαῶν.»