Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

«Ἡ Ἥρα καὶ τὸ Μυστικὸ Λουλούδι τῆς Γέννησης»

 «Ἡ Ἥρα καὶ τὸ Μυστικὸ Λουλούδι τῆς Γέννησης»




Πρὶν ἀπὸ θεοὺς καὶ θνητοὺς, πρὶν γεννηθῇ ὁ χρόνος,
μία θεά ἐβάδιζε μόνη…

Ἦτο ἡ Ἥρα. Ὄχι σύζυγος. Ὄχι βασίλισσα. Ἀλλὰ Δύναμις αὐτογενὴς, θυμοῦ καὶ τιμῆς.

Καὶ στὴ σιγὴ τῶν ἀρχῶν, εὑρὲθη μπροστὰ της…
ἓν ἄνθος.»

«Ἀνακάλυψε τὸν ἀρχαῖο μῦθο ὡς ποτὲ πρὶν…
🎥 Στὸ κανάλι: [https://youtu.be/P-7L_yCySg4]
📖 Καὶ στὸ blog: [σύνδεσμος]

«Ἤτο καιρός θεῖος... Ὅταν ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν ἔπιασε στὰ χέρια της ἕνα λουλούδι ἀπαγορευμένο...

Οὔτε Δίας, οὔτε θνητὸς δὲν ἤξερε τὴ δύναμή του.

Ἡ Ἥρα τὸ ἐμύρισε... καὶ ὁ πόλεμος ἐγεννήθη.

Ἔτσι γεννήθη ὁ Ἄρης. 

Ἄνευ πατρὸς. 

Μόνον μὲ τὴν βούληση καὶ τὴν θείαν ὀργήν.»


«Γέννημα θυμοῦ... ὁ πόλεμος εἶναι θεός.»

«Ἡ Ἥρα ἔτεκεν θεόν χωρὶς ἄνδρα.

Ὁ κόσμος ἀκόμη πολεμᾷ.

Καὶ τὸ λουλούδι;

Ἴσως νὰ περιμένῃ τὴν ἐπόμενη θεά…»

   ➤ Ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῶν θεῶν:

🎥 Ἐγγράψου στὸ κανάλι

Τὸ λουλούδι ἦτο μυστικὸ... ὁ καρπὸς του ἦτο θεὸς.»

🔱 Ἡ θεά ἔσπειρε ἕνα λουλούδι... ὁ κόσμος θερίζεται ἀπὸ μάχες.

Κείμενο:

Πρὶν ὁ Δίας βασιλεύσῃ στὸν Ὄλυμπο, πρὶν ἀκόμη καὶ ὁ χρόνος καταμετρηθῇ,
ἡ Ἥρα εἶχεν ἕνα μυστικὸ ὅπλο.

Ἕνα λουλούδι ποὺ ἐφυτρώνει μιᾶ φορά σὲ κάθε αἰῶνα. Ὅποια θεά τὸ ἀγγίξῃ,
δύναται νὰ γεννήσῃ ἄνευ ἀνδρός.

Καὶ ἡ Ἥρα ὁργισμένη, πικραμένη, ἔτεκεν τὸν θεὸ τοῦ πολέμου.
Ἄρης, γεννημένος ἀπὸ μοῦσα δυνάμεως, ὄχι ἀγάπης.

Τὸ λουλούδι ἦτο ἡ ἀρχὴ. Ὁ πόλεμος ἔγινε καρπός.

🔱 Ἐμβάθυνε στὸν μῦθο ποὺ ἔκρυψαν οἱ παλαιοὶ.
Ἡ Ἥρα, ὄχι ὡς ἥμερη σύζυγος τοῦ Διός,
ἀλλὰ ὡς Μητέρα τοῦ Αἵματος.






«Ἡ Ἥρα, ἡ θεά τῶν ἀστερισμῶν, τῶν γάμων καὶ τῆς ζήλειας...
Ἐκράτησε στὰ χέρια της ἕνα λουλούδι θεῖο.

Ἐμύρισε τὴν δύναμη τῆς φύσεως...

καὶ ἔτεκεν ἄνευ ἀνδρός…

τὸν Ἄρη — θεὸν πολέμου, ὀργῆς καὶ σιδήρου.

Ἦταν ἡ γέννησις τοῦ πολέμου… ὄχι μὲ ἔρωτα, ἀλλὰ μὲ μῖσος.»

 Εικόνα: Ὁλύμπιος κῆπος, λευκὴ ὁμίχλη, ἀνάδυση ἀνθισμένου φυτοῦ ἀπὸ λίμνη ἀκίνητη.

🎥 Τὸ Μυστικὸ Λουλούδι – Ὁ Μῦθος τῆς Γυναικείᾳ Δημιουργίας
:

«Οἱ Τιτάνες το ἔκρυψαν. Οἱ Ὀρφικοὶ ψιθύρισαν ὅτι μόνον μιᾶς θεᾶς ἡ θέλησις μπορεῖ νὰ γεννήσῃ δίχως σπέρμα.

Οὔτε γάμος, οὔτε ἔρως, οὔτε Δίας.
Μόνον θυμὸς, καὶ θεία ἀνάγκη.»

«Ἡ Ἥρα τὸ ἐμύρισε.

Καὶ τότε…

Ἔσαλεν ὁ κόσμος. Ἠχοῦν αἱ πέτρες, ἐκρήγνυνται αἱ νεφέλαι.

Καὶ ἐντός της… ἡ σπίθα ἔγινε πῦρ.

Οὔτε κύησις, οὔτε χρόνος. Μόνον γένεσις θεοῦ.

Ἀπὸ γυνὴ μόνη.

Καὶ ὁ θεὸς ἐκεῖνος, ἔκραξε μὲ σιδηρᾶ κραυγή.

Ἤτο ὁ Ἄρης.»

«Προσεύχομαι – λέει ἡ ἴδια - ὁ Ζεὺς νὰ μὴ τὸ μάθει»... Καὶ ἐξιστορεῖ: 

Ἡ θεὰ ἮΙρα, ὅταν ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ ἐγεννήθη χωρὶς μητέρα, πληγώθηκε ποὺ ὁ Ζεὺς δὲν χρειάστηκε τὶς ὑπηρεσίες της. Πῆγε καὶ παραπονέθηκε στὸν Ὠκεανὸ γιὰ τὶς πράξεις τοῦ συζύγου της. Σταμάτησε στὴν πόρτα μας, κουρασμένη ἀπὸ τὸ ταξείδι. Ὅταν τὴν εἶδα ρώτησα: Τί σὲ ἔφερε ἕως ἐδῶ, ἮΙρα; 
Τὴν παρηγόρησα μὲ λόγια φιλικά: «Οἱ λέξεις», λέει, «δὲν ἀνακουφίζουν τὸν πόνο μου. Ἂν ὁ Δίας ἔγινε πατέρας χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει σύζυγο καὶ κατέχει καὶ τοὺς δύο τίτλους μόνος του, γιατί νὰ μὴν πρέπει νὰ προβῶ κι ἐγὼ σὲ μιὰ μητρότητα χωρὶς σύζυγο, μιὰ γέννηση ἀπὸ παρθένα , ποὺ δὲν τὴν ἄγγιξε ἄνδρας; 
Θὰ δοκιμάσω κάθε φάρμακο στὴν πλατειὰ Γῆ καὶ στὸν κενὸ Ὠκεανὸ καὶ στὶς βαθειὲς κοιλότητες στὰ Τάρταρα»... 
Τὰ λόγια της ἦταν κοφτά. 
Τὸ πρόσωπό μου ἦταν διστακτικό. «Φαίνεσαι, Νύμφη, ὅτι μπορεῖς νὰ βοηθήσεις», λέει. 
Τρεῖς φορὲς ἤθελα νὰ βοηθήσω, τρεῖς φορὲς κόλλησε ἡ γλῶσσα μου: 
Ὁ θυμὸς τοῦ Διός μου προκαλοῦσε φόβο. «Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ με», εἶπε, «θὰ ἀποκρύψω τὴν πηγὴ τῆς βοήθειάς μου». Μάρτυς μου ἡ ἱερὰ Στύξ. 
«Ἕνα λουλούδι», εἶπα, «ἀπὸ τὰ λιβάδια της Ὠλένου θὰ πραγματοποιήσει τὴν εὐχή σου. Εἶναι μοναδικὸ στοὺς κήπους μου. 
Καὶ μιὰ στεῖρα ἀγελάδα νὰ τὸ ἀκουμπήσει θὰ γίνει μητέρα... 
Γρήγορα ἔκοψα τὸ στερεωμένο λουλούδι μὲ τὸν ἀντίχειρά μου. 
Ἡ ἮΙρα αἰσθάνεται τὸ ἄγγιγμα. Καὶ μὲ τὸ ἄγγιγμα συλλαμβάνει. 
Φουσκώνει καὶ εἰσέρχεται στὴν Θράκη καὶ στὴν δυτικὴ Προποντίδα, καὶ πραγματοποιεῖ τὴν εὐχή της: Ὁ Ἄρης δημιουργήθηκε. 
Ἐνθυμούμενος τὸν ρόλο μου στὴν γέννησή του, ὁ Ἄρης εἶπε: «Καὶ ἐσὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχεις μιὰ θέση στὴν πόλη του Ρωμύλου, τὴν Ρώμη». 


Ἔτσι ἐμφανίσθηκε τότε ἐπὶ Γῆς ὁ θεὸς Ἄρης! 
Καὶ ἡ Χλωρὶς ἐπῆρε καὶ τὸ ἐπίθετο Ἀρεγονίδα! (βλ. Ἀργοναυτικά-Ὀρφικά, 126). 
Ὁ παραπάνω ἀρχαῖος μῦθος, σχεδὸν κρύφτηκε... δὲν διδάχθηκε ποτὲ (ὅπως εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ μύθου)... 
Μάλιστα παραφράσθηκε ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, γιὰ τὴν «μαγικὴ» γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν Παναγία, μυρίζοντας τὸν κρίνο... 






Ἡ θεὰ Χλωρὶς ἦταν ἀρχικῶς χθονία θεότης τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. 
Θεότητα τῆς βλαστήσεως, τῶν λουλουδιῶν, τῶν ἀνθέων – ἐξ οὗ καὶ Ἀνθοῦσα. 
Ἦταν θυγατέρα τῆς Περσεφόνης (ἢ τοῦ Ἀμφίονος καὶ τῆς Νιόβης) καὶ σύζυγος τοῦ θελκτικοῦ ἐραστῆ Ζεφύρου. 
Ὅταν ἐτελοῦντο τὰ πρῶτα Ἠραία, στὴν Ἠλεία, καὶ διεξαγόταν ἀγῶνας δρόμου τῶν παρθένων στὸ στάδιο τῆς Ὀλυμπίας, πρώτη νικήτρια ἦταν ἡ Χλωρίς. Συλλατρευόταν μὲ τὴν Λητώ. Ἄγαλμὰ τῆς παρθένου Χλωρίδος ἵστατο στὸ Ἄργος, παρὰ τῆς Λητοῦς, ἔργο τοῦ Πραξιτέλους! 

Μεταγενέστερα, οἱ Ρωμαῖοι τὴν εἶπαν Φλώρα (< Χλώρα, ὅπως ἡ Χλώρινα ἔγινε Φλώρινα). Ἡ «Ρωμαία» θεά, ἔγινε πανομοιότυπη μὲ τὴν Χλωρίδα. (Ὀβίδιος «Fast.», V.195). Σύζυγός της ἦταν ὁ Αἴολος (κατὰ παράφρασιν τοῦ Ζεφύρου). 
Οἱ Λατῖνοι ἐκτὸς ἀπὸ θεότητα τῆς ἐαρινῆς βλαστήσεως (κυρίως τῶν δημητριακῶν φυτῶν (σίτου, κριθῆς, κ.ά.) καὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων, τὴν ἔκαμαν καὶ θεότητα τῶν καρποφόρων δένδρων, τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν ἀνθέων. 
Μὲ τὴν Rοbigus (ἢ Robigo) ἐμπόδιζε τὴν σκωρία τῶν σιτηρῶν. 
Μὲ τὴν Pomona / Πομονα ἀγρυπνοῦσε ἐπὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων. 
Ἡ Flora ἦταν μία τῶν 12 θεοτήτων, ποὺ ἐξευμένιζαν μὲ ἐξιλαστήριες θυσίες, ὅταν ἐμφανιζόταν κάποιο ἔκτακτο γεγονός. 
Εἶχε ἀρχαιότατο ναὸ στὴν Ρωμη, ἐπὶ τοῦ Κυρηναλίου λόφου, καὶ ἴδιον ἱερέα καὶ δεύτερο ναό, ἀνεγερθέντα κατὰ τὸν 2ο π.X. αἰῶνα, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἀφορίας, «παρὰ τὸν μέγαν Κίρκον». 
Ἐτελοῦντο πρὸς τιμήν της μεγάλες ἀγροτικὲς ἑορτές, τὰ Φλοράλια / Floralia, τὸν μῆνα Ἀπρίλιο (περίπου 28 Ἀπριλίου-1η Μαΐου), πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προστασίας «ἐσπαρμένων ἀγρῶν». 
Ἐτιμᾶτο ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὶς γυναῖκες. 
Ἀπεικονίζετο ὡς νεαρὰ γυνή, ἐστεμμένη μὲ ἄνθη. Τὰ πλεῖστα τῶν ἀγαλμάτων, τὰ ὁποῖα φέρουν τὸ ὄνομα τῆς Flora εἶναι προσαρμογὲς τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀγαλμάτων. 
Ἀπεικονίσεις της διεσώθησαν καὶ ἐπὶ ἀρχαίων νομισμάτων. 

Τὸ Νόημα τοῦ Μύθου – Θυμὸς, Μήνις, Δημιουργία

:

«Ὁ Ἄρης, ἄνευ πατρὸς, ἀνετράφη μὲ ξίφος, ὄχι γάλα.

Ἔμαθεν νὰ πληγώνῃ πρὶν ἀγαπῇ.

Καὶ ὅταν οἱ θεοὶ εἶδαν τὸν καρπὸν τοῦ θυμοῦ, ἐφοβήθησαν.

Διότι ὁ Ἄρης δὲν ὑπακούει. Οὔτε στὸν Δία. Οὔτε στὴ μοῖρα.»


«Ὁ μῦθος δὲν εἶναι παραμύθι.

Τὸ ἄνθος ὑπάρχει μέσα σου.

Κάθε στιγμή ποὺ θύμωσε ἡ ψυχή σου χωρὶς λόγο, κάθε κραυγὴ τοῦ ἀδίκου, κάθε μάχη ποὺ γεννιέται δίχως νὰ τὴν θές…

Ὁ Ἄρης εἶναι τέκνον τῆς Ἥρας μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο.

Καὶ ὁ μῦθος αὐτὸς, ἤρθε νὰ σοῦ θυμίσῃ τὴν δύναμη ποὺ φέρει ἡ ὀργὴ ὅταν μένει ἄγονος.»


Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

Το Αθάνατο Νερό των Θεών – Το Μυστικό Ελιξίριο της Αρχαίας Ελλάδας"

 



«Ἄκουε, ὦ θνητέ, τὴν ἀπόρρητον διήγησιν τῆς ὕδατος τῆς ἀθανάτου…»

Το Αθάνατο Νερό των Θεών – Το Μυστικό Ελιξίριο της Αρχαίας Ελλάδας"

ὃ ποτὲ θεοὶ ἔπιον, ἀνθρώποις ἐκρύβη·                                                                                        τοῦτο  ἐστὶ τὸ νέκταρ, ἡ ἀμβροσία,                                                                                              τὸ ἔκκριτον ὕδωρ ὃ ζωὴν ἀτελεύτητον παρέχει.

«Ὁ Πίνδαρος λέγει: Ἀμβροσία καὶ νέκταρ…»

Αφήγηση:

Πάντες οἱ ἀθάνατοι ἐτρύφων τοῦ νέκταρος καὶ τῆς ἀμβροσίας.
Ὁ Πίνδαρος μαρτυρεῖ, ὡς οἱ ἀθάνατοι τὰ ἐδέσματα ταῦτα εἶχον
καὶ διὰ τούτων ἀγήραστοι εἰσίν.

 

Μέρος 1ο – Τὸ Νερὸ τῶν Θεῶν  (0:40 - 3:00)

🏛️ Τὸ Ἀθάνατο Νερὸ τῶν Ἀρχαίων – Νέκταρ, Ἀμβροσία καὶ Μυστήρια 

Στὴν καρδιὰ τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας καὶ τῶν Μυστηριακῶν Θρησκειῶν τῆς Ἀρχαιότητας κρύβεται ἕνας θεϊκὸς μῦθος: 

Τὸ Νερὸ τῆς Ἀθανασίας.          Ὁ Ὅμηρος, ὁ Πίνδαρος, καὶ οἱ Ὀρφικοὶ μᾶς παρέδωσαν τὴν εἰκόνα μιᾶς θείας οὐσίας — τοῦ νέκταρος καὶ τῆς ἀμβροσίας — ποὺ χαρίζουν ἀθανασία καὶ σοφία. 




🖼️ Αναπαράσταση φιλοσόφου μπροστά σε φως / πυρσό, με συμβολική εικόνα του νερού.

Σὲ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἐρευνοῦμε τοὺς θρύλους, τὶς τελετές, τὶς ἀλχημικὲς ἀναζητήσεις καὶ τοὺς φιλοσοφικοὺς συμβολισμοὺς πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ μυστηριακὸ ὑγρό. 


Τὸ νερό, πηγὴ καὶ σύμβολο ζωῆς, ἔγινε ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια ἀντικείμενο λατρείας ὅλων τῶν πρωτόγονων λαῶν. Ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ πολιτισμικές τους δομές, τὸ νερὸ ἀποτελεῖ ἀστείρευτη πηγὴ δύναμης καὶ ζωῆς: καθαρίζει, θεραπεύει, ἀνανεώνει καὶ διασφαλίζει τὴν ἀθανασία. 

Μῆνιν οὐ ζητεῖς ἐν ποτηρίῳ,
ἀλλ’ ἐν καθαρῷ νοῒ, ψυχῇ γεγυμνασμένῃ.
Τὸ ὕδωρ τῆς ἀθανασίας, κατὰ τοὺς σοφοὺς,
ἐστιν ἡ γνῶσις ἑαυτοῦ καὶ ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ θείου.


Ἡ ἀθανασία καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ ἦταν τὸ μεγάλο ὄνειρο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους χρόνους, ἡ λαχτάρα του αὐτὴ τὸν ἔκανε νὰ ψάχνει ἀλλὰ καὶ νὰ συνεχίζει μέχρι σήμερα νὰ ἐρευνᾶ γιὰ τὸ ἐλιξίριο τῆς ἀθανασίας. 
Γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες τὸ πιὸ ὀνομαστὸ ἐλιξίριο ἦταν τὰ νερά της Στυγός. Ἀλλὰ καὶ τὸ νερὸ ποὺ δίνανε ὅρκο οἱ θεοί. 


Ἡ Στύγα ἦταν μιὰ φοβερὴ θεότητα, ἡ μεγαλύτερη κόρη τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς Τηθύος, ποὺ ἔμενε στὰ τάρταρα, στὴν παγωνιά, ἀπομονωμένη ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεοὺς ποὺ δεν τη συμπαθοῦσαν. 

Ἀπὸ τὰ Τάρταρα (παράγωγο τῆς λέξης τουρτουρίζω) ποὺ πίστευαν ὅτι ἐκεῖ ἦταν καὶ οἱ πύλες τοῦ Ἅδη, πηγάζει ὁ ποταμὸς Κράθης, στὸ ὅρος Χελμὸς τῆς Ἀχαΐας. 

«Ἐν σοὶ ἐστὶν ἡ πηγή· ἐν σοὶ καὶ ἡ δίψα…»



Τα ὕδατα τῆς Στυγὸς συνδέθηκαν μὲ θεολογικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἰδέες, ὅπως αὐτὲς ἀπὸ τὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια καὶ τὶς Ὀρφικὲς δοξασίες γιὰ τὴ μετενσάρκωση . 

«Ἐλευσίς. Νύξ. Λουτροὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως μετὰ τῶν θεῶν…»

Ἡ δύναμη καὶ ἡ θερμοκρασία τοῦ νεροῦ ἦταν τέτοια ποὺ λέγανε ὅτι, τὸ γυαλί, οἱ κρύσταλλοι, τὰ πήλινα ἀγγεῖα ἔσπαζαν μόλις βυθίζονταν σ" αὐτό, ἀλλοιώνονταν τὰ μέταλλα ἀκόμη καὶ ὁ ἄργυρος καὶ ὁ χρυσός, καὶ τὸ κεχριμπάρι, μόνον οἱ ὁπλὲς τῶν ἀλόγων ποὺ δὲν εἶχαν πέταλα ἄντεχαν, γι" αὐτὸ οἱ θεοὶ τὸ ἔπιναν μέσα σὲ κύπελλα φτιαγμένα ἀπὸ ὁπλὴ ἀλόγου. 

«Εἰ ἔτεμεν σε ὁ λόγος, ἔσῃ κοινωνὸς τῆς ἀληθείας…
Ἔγγραφε, μετέχειν, καὶ τὴν ἄλλην ἀποκάλυψιν προσδέχου.»

Ἡ Ψυχὴ ψάχνοντας νὰ βρεῖ τὸ ταίρι της, τὸν Ἔρωτα, ὑποχρεώθηκε ἀπὸ τὴν Ἀφροδίτη νὰ κουβαλήσει νερὸ ἀπὸ τὴ Στύγα. 


Στὰ νερὰ αὐτὰ «βάφτισε» τὸν Ἀχιλλέα ἡ μητέρα του ἡ Θέτις καὶ ἔγινε ἄτρωτος καὶ ἀθάνατος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φτέρνα του ποὺ δὲν βράχηκε ἡ «Ἀχίλλειος πτέρνα» καὶ τὸν βρῆκε ἐκεῖ τὸ θανατηφόρο βέλος του Πάρη στὴν Τροία. 

Τὰ νερά της Στυγός, ἀνάβλυζαν ἀπὸ τὴν ἱερὴ πηγή της. Τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ αὐτὰ τὰ νερὰ ἦταν προορισμένο γιὰ τὸν ὅρκο τῶν θεῶν » Τὰ ἄλλα ἐννιὰ φιδώνουν ὁλόγυρα στὴ γῆ καὶ ὕστερα, χύνονται στὴ θάλασσα σχηματίζοντας ρουφῆχτρες, καὶ τὸ νερὸ ποὺ πέφτει ἀπὸ τὸ βράχο εἶναι γιὰ τιμωρία τῶν θεῶν». 



Ὁ Δίας ὅρισε νὰ δίνονται στὰ δικά της νερὰ οἱ πιὸ φοβεροὶ ὅρκοι τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων. Κάθε φορὰ ποὺ κάποιοι θεοὶ κατηγοροῦνταν γιὰ ψευτιά, ὁ Δίας ἔστελνε τὴν Ἴριδα νὰ φέρει νερὸ ἀπὸ τὴ μυστηριώδη αὐτὴ πηγή. Πάνω ἀπὸ τὸ νερὸ οἱ κατηγορούμενοι τρέμοντας ὁρκίζονταν. 

Ὕδωρ οὐ μόνον σῶμα νίπτει – ἀλλὰ ψυχὴν καθαίρει.»

Οἱ ἐπίορκοι θεοὶ τιμωροῦνταν μὲ πολὺ βαριὲς ποινές. Γιὰ ἕνα χρόνο ἔμεναν ἄφωνοι καὶ μαραζωμένοι, χωρὶς ἀμβροσία καὶ νέκταρ. Ἐπιπλέον, γιὰ ἄλλα ἐννέα χρόνια ἀπομονώνονταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεοὺς καὶ ἔχαναν τὰ προνόμιά τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀθανασία τους. Φρικτὲς τιμωρίες ἐπίσης περίμεναν καὶ τοὺς θνητοὺς ποὺ θὰ παρέβαιναν τὸν ὅρκο τους στὰ νερά της Στύγας. 



Ὁ Ὅμηρος παρουσιάζει τὴν ἮΙρα νὰ λέει «μάρτυράς μου ἡ γῆ κι ὁ πλατὺς οὐρανὸς ποὺ ἁπλώνεται πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια σας καὶ ἡ Στύγα ποὺ τὰ νερά της κυλοῦν ἀπὸ ψηλὰ μέσα στὴ γῆ». 
Ὁ Ἡσίοδος τὴν περιγράφει ὡς «πρωτότοκη κόρη τοῦ Ὠκεανοῦ μὲ τὴ γοργὴ φυρονεριά, τὴ μισητὴ ἀπὸ τοὺς ἀθάνατους, τὴν τρομερὴ τὴ Στύγα». Ὅταν κάποιος θεὸς ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἔλεγε ψέματα ἢ ἀλήθεια, τότε ἔπρεπε νὰ πιεῖ νερὸ τὸ Στύγιον ὕδωρ. 

Ἔστελνε ὁ Δίας τὴν Ἴριδα στὴν Στύγα νὰ φέρει νερὸ σὲ ἕνα σταμνί, ἀπὸ ὁπλὴ τοῦ μεγαλύτερου ἀλόγου. Ἔλεγαν πὼς κανένα ζωντανὸ ὀν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ζήσει ἐὰν ἔπινε ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτό. Κατὰ τὸν Παυσανία ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος δηλητηριάστηκε ἀπὸ τὸ Στύγιο Ὕδωρ, ἀφοῦ τὸ ἤπιε, ἐνῷ οἱ ἀδερφές του, λούστηκαν μὲ αὐτὸ τὸ νερὸ καὶ ἔγιναν ἀθάνατες. 


Θέμα: Τα Ἐλευσίνια Μυστήρια καὶ τὸ Καθαρτικὸ Νερό 
🎙️ Voiceover:

«Τὸ ὕδωρ ἐν ταῖς τελεταῖς τῶν Μυστηρίων…»

 Σχετικὰ μὲ τὸ Ἀθάνατο νερὸ σχετίζονται δύο ἱστορίες μὲ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, τὶς ὁποῖες παραθέτω παρακάτω: 

Θέμα: Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος & τὸ Νερό της Ἀνατολή 

Εἰκόνες: 


«Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, κατὰ τοὺς μύθους, ἐζήτει τὸ ὕδωρ…»



 Ἀλέξανδρος καὶ ἡ Κύνα 


🏞️ Μέρος 3ο – Οἱ Θρῦλοι τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἐλιξιρίου  (6:00 - 8:00)

Ἀφήγηση: 

Καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, οἱ Πέρσαι, οἱ Ἰνδοὶ, καὶ οἱ Αἰγύπτιοι
ἐζήτουν τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς.
Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, κατὰ τοὺς λόγους,
ἀνέζη τοῦτο τὸ ὕδωρ ἐν ταῖς ἄκραις τῆς γῆς.


Οἱ Ἀλεξανδρινοὶ φιλόσοφοι καὶ οἱ Ἀλχημισταὶ τῆς ὕστερης Ἑλληνιστικῆς περιόδου
ἀνεζήτουν τὸν λίθον τὸν φιλόσοφον·
κατ’ ἀλήθειαν, τοῦτο ἦν ἡ πόσις ἡ ἀθάνατος.

📖 [Ἀναφορὰ στὸν Ζώσιμο, Κλεόπα, Καλλίμαχο καὶ τὶς ἀρχαῖες ἀλχημιστικὲς συνταγές] 
🖼️ Ἀπεικόνιση παπύρων, ἑρμητικῶν κειμένων. 



 

Τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Ἀλέξανδρος μὲ τὸν στρατό του καθόταν καὶ ξεκουραζόταν στὴν Ἰνδία, ἡ ἀδελφή του, ἡ Κύνα, σκέφτηκε νὰ βάλει μπροστὰ ἕνα σχέδιο ποὺ εἶχε στὸ μυαλὸ ἀπὸ πολὺ καιρό. Ἦταν ἡ εὐκαιρία μεγάλη καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὴν χάσει, γιατί μπορεῖ νὰ μὴν ξαναπαρουσιαζόταν. 


Πῆγε λοιπὸν σὲ ἕναν γέρο σοφὸ Ἀνατολίτη καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τῆς πεῖ ποῦ μπορεῖ νὰ βρεῖ τὸ ἀθάνατο νερὸ καὶ πῶς νὰ τὸ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ κάνει τὸν λατρεμένο της ἀδελφὸ ἀθάνατο. 


Εἶχε βάλει τάμα τῆς ζωῆς της κάτι τέτοιο καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἐγκαταλείψει ποτέ της αὐτὴ τὴν ἰδέα! 


Ρώτησε λοιπὸν τὸν σοφὸ μάντη καὶ περίμενε μὲ ἀγωνία τὴν ἀπάντησή του. 


Ἐκεῖνος, ἀφοῦ στοχαζόταν γιὰ ὧρες πολλές, τελικὰ ἄνοιξε τὰ μάτια του καὶ ἀπάντησε στὴν Κύνα: «Τὸ ἀθάνατο νερὸ βρίσκεται στὸ μεγάλο σπήλαιο τῆς φωτιᾶς. Εἶναι ὅμως πολὺ ἐπικίνδυνο καὶ σχεδὸν ἀδύνατο νὰ καταφέρει κάποιος νὰ μπεῖ ἐκεῖ μέσα καὶ νὰ βγάλει τὸ νερό. Ἡ σπηλιὰ καλύπτεται ἀπὸ φοβερὴ φωτιὰ καὶ κανένας ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ τὴν περάσει ζωντανός»!... 


Ἡ Κύνα, χωρὶς κανέναν δισταγμό, εἶπε στὸν γερο-σοφὸ ὅτι γιὰ χάρη τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ προκειμένου ἐκεῖνος νὰ ἀποκτοῦσε τὴν ἀθανασία ἦταν ἕτοιμη νὰ κατέβει ἀκόμα καὶ στὸν ἄσπλαχνο Ἅδη! Δὲν φοβόταν νὰ πεθάνει γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο καὶ θὰ διακινδύνευε μὲ μεγάλη της χαρὰ τὴ ζωή της γιὰ ἐκεῖνον! 


Ὕστερα ὁ σοφός της εἶπε ὅτι τὸ ἀθάνατο νερὸ θὰ ἔπρεπε κάποιος νὰ τὸ πιεῖ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμος νὰ πεθάνει καὶ ὅταν πιὰ εἶχε χαθεῖ κάθε ἐλπίδα. 


Ἂν τύχαινε νὰ τὸ πιεῖ πιὸ πρίν, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ χρησίμευε νὰ τὸν βοηθήσει, ἀλλὰ θὰ τοῦ στοίχιζε καὶ τὴ ζωή! Ἡ Κύνα εὐχαρίστησε τὸν Ἀσιάτη μάντη καὶ ἔσπευσε χωρὶς νὰ χάσει λεπτὸ γιὰ τὸ μεγάλο σπήλαιο τῆς φωτιᾶς, νὰ πάει καὶ νὰ πάρει τὸ πολυπόθητο ἀθάνατο νερό. 


Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς καὶ κουραστικὲς μέρες, ἡ Κύνα ἔφτασε ἐπί τέλους μπροστὰ στὸ τρομακτικὸ σπήλαιο. Πράγματι ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατο γιὰ κάποιον θνητὸ νὰ καταφέρει νὰ περάσει τὶς γιγαντιαῖες φλόγες ποὺ σκέπαζαν τὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου καὶ κατάκαιγαν τὰ πάντα. 


Ἡ Κύνα ὅμως δὲν ἀπογοητεύτηκε καθόλου: γεμάτη ἀγάπη γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο καὶ ἔχοντάς τον συνέχεια στὸ νοῦ της, πέρασε τόσο γρήγορα ἀνάμεσα ἀπ’ τὶς φωτιές, ποὺ αὐτὲς οὔτε ποὺ τὴν ἄγγιξαν! 


Μέσα τὸ σπήλαιο ἦταν τεράστιο καὶ βαθύ. Παρόλα αὐτὰ ἡ ἡρωικὴ Κύνα βρῆκε τελικὰ τὸ ἀθάνατο νερὸ ποὺ ἀνάβλυζε ἀπὸ ἕναν τοῖχο καὶ τρισευτυχισμένη γέμισε μιὰ ὁλόκληρη φιάλη. Ὕστερα δὲν ἔχασε οὔτε στιγμή: πέρασε πάλι σὰν τὸν ἄνεμο τὴν φλεγόμενη εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς καὶ πῆγε πίσω στὸν ἀδελφό της καὶ τὸ στράτευμα του, ποὺ ἑτοιμαζόταν πιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Ἰνδία. 


Ἡ Κύνα κράτησε μυστικὸ ἀπ’ ὅλους τὸ μεγάλο της κατόρθωμα. Ἦταν ὅμως πολὺ εὐχαριστημένη ποὺ μιὰ μέρα, ὅποτε κι ἂν αὐτὴ ἐρχόταν, θὰ ἔδινε στὸν Ἀλέξανδρο νὰ πιεῖ ἀπ’ τὸ θαυματουργὸ νερό. 


Ὅταν κάποτε ὁ Ἀλέξανδρος ἀρρώστησε βαριὰ ἀπὸ πυρετὸ καὶ ἔπεσε κατάκοπος στὸ κρεβάτι, ἦταν πλέον πρὸ τοῦ θανάτου. Ὅλοι ὅσοι τὸν γνώριζαν ἀπὸ παλιά, δὲν πίστευαν στὰ μάτια τους πῶς αὐτὸς ὁ νέος ἀκόμα ἄντρας, ὁ παντοδύναμος κάποτε καὶ ἀνίκητος Ἀλέξανδρος, ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, εἶχε μείνει ἔτσι ἀδύναμος, σὰν νὰ ἦταν κάποιος γέροντας... Τὸν ἔριξαν κάτω οἱ κακουχίες τοῦ πολέμου καὶ ἡ ὑπερπροσπάθεια τῆς κατάκτησης τοῦ κόσμου... 


Ἡ Κύνα ἦταν συνεχῶς στὸ πλευρὸ τοῦ ἀδελφοῦ της καὶ φρόντιζε γι’ αὐτόν, νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο του καὶ νὰ τὸν γεμίζει ἀδιάκοπα μὲ ἐλπίδα. Ὅμως οἱ γιατροὶ ἔβλεπαν τὸν Ἀλέξανδρο νὰ χειροτερεύει μέρα μὲ τὴν ἡμέρα καὶ νὰ πλησιάζει ὅλο καὶ πιὸ πολὺ πρὸς τὸν θάνατο... Εἶπαν λοιπὸν κάποια μέρα στὴν Κύνα ὅτι δὲν ὑπῆρχαν πιὰ ἐλπίδες γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἀδελφός της καὶ ὅτι σύντομα θὰ περνοῦσε τὴν Ἀχερουσία λίμνη, γιὰ νὰ μπεῖ στὸν κόσμο τῶν νεκρῶν... 


Ἡ Κύνα ὅμως δὲν ἀπογοητευόταν: εἶχε καλὰ κρυμμένο τὸ μυστικό της, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπ’ τὸ ἀθάνατο νερό. Τὸ εἶχε πάντοτε καλὰ φυλαγμένο καὶ ὅταν πιὰ εἶδε ὅτι ἡ ὑγεία τοῦ ἀδελφοῦ της δὲν θὰ γινόταν ποτὲ καλά, ἔβαλε μπροστά το σχέδιό της. 

Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἀλέξανδρος ἔφτασε πιὰ στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου καὶ ζήτησε ἀπ’ τὴν Κύνα νὰ τοῦ βάλει λίγο κρασὶ νὰ πιεῖ, τότε ἐκείνη ἔριξε μέσα στὸ ποτήρι του λίγο ἀπὸ τὸ φίλτρο τῆς ἀθανασίας. 


Ὁ Ἀλέξανδρος ὅμως, ἂν καὶ μισοπεθαμένος, κατάλαβε ὅτι ἡ Κύνα κάτι τοῦ ἔριξε μὲς στὸ κρασί του καὶ ἀμέσως κατάλαβε ὅτι ἦταν τὸ ἀθάνατο νερό. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε νὰ πιεῖ ποτέ του κρασὶ ἀνάμεικτο μὲ νερό, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἦταν τὸ νερὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς! 


Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ξεγελάσει τὴν ἀδελφή του, στέλνοντάς την ἔξω νὰ φωνάξει τοὺς στρατιῶτες γιὰ νὰ πιοῦν δῆθεν ὅλοι μαζί. Ἡ Κύνα τὸν ὑπάκουσε ἀμέσως καὶ τότε αὐτὸς ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία: ἄλλαξε τὸ ποτήρι του μ’ ἐκεῖνο τῆς ἀδελφῆς του, λέγοντας μέσα του πὼς ἂν ἦταν αὐτὸ πράγματι τὸ ἀθάνατο νερό, τότε ἂς ἔμενε ἀθάνατη ἡ Κύνα γιὰ νὰ τὸν θυμᾶται παντοτινά! 


Ὅταν ἡ κοπέλα γύρισε στὴ σκηνή, ἀνυποψίαστη πῆρε τὸ ποτήρι μὲ τὸ φίλτρο τῆς ἀθανασίας καὶ τὸ ἤπιε μονορούφι στὴν ὑγειὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὅταν κατάλαβε τί εἶχε στὴν πραγματικότητα συμβεῖ ἦταν πιὰ πολὺ ἀργά... Ὁ Ἀλέξανδρος, ἀφοῦ ἤπιε τὸ τελευταῖο του κρασί, ἔπεσε κάτω ἑτοιμοθάνατος. Ἡ τελευταία ὥρα εἶχε πιὰ ἔρθει... 


Ἔμεινε ἔτσι ἡ Κύνα ἀθάνατη... Καὶ ὁ θρῦλος τὴν θέλει ἔπειτα νὰ ἔχει μεταμορφωθεῖ σὲ γοργόνα καὶ νὰ τριγυρνάει στὶς θάλασσες τοῦ κόσμου, ρωτῶντας τοὺς καπετάνιους τῶν πλοίων: «Ζεῖ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος»; Καὶ ἂν ἐκεῖνος ἀπαντήσει: «Ναί», τότε τοῦ δίνει τὶς εὐλογίες της γιὰ τὸ καλὸ ταξίδι. Ἂν ὅμως τῆς ἀπαντήσει: «Ὄχι», τότε πνιγμένη ἀπ’ τὴ στενοχώρια ταράζεται καὶ προκαλεῖ ἀπίστευτες τρικυμίες στὰ πελάγη... 




Ζεῖ ὁ Βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος; 

Ὅταν ὁ Mέγας Ἀλέξανδρος πολέμησε κι ἔκαμε δικό του τὸν κόσμο, φώναξε τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς ρώτησε: «Πῶς θὰ μπορέσω νὰ ζήσω πολλὰ χρόνια; Ἤθελα νὰ κάμω πολλὰ καλὰ στὸν κόσμο». 


«Bρίσκεται τρόπος» ἀποκρίθηκαν οἱ σοφοί, «μὰ εἶναι κάπως δύσκολος». 


«Δὲ σᾶς ρώτησα» εἶπε ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος, «νὰ μοῦ πεῖτε ἂν εἶναι δύσκολος· ποιός εἶναι θέλω νὰ μάθω». 


«Nα βρεῖς τὸ ἀθάνατο νερό» του εἶπαν οἱ σοφοί. 


«Kαι ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ ἀθάνατο νερό;» 


«Ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνά. Mα τόσο γρήγορα ἀνοιγοκλείνουν, ποὺ καὶ τὸ πιὸ γοργόφτερο πουλὶ δὲν προφταίνει νὰ περάσει. Πολλὰ ξακουσμένα βασιλόπουλα θέλησαν νὰ τὸ ἀποχτήσουν· μὰ ἔχασαν τὴ ζωή τους ἄδικα. Ἅμα καταφέρεις, βασιλιᾶ μου πολυχρονεμένε, νὰ περάσεις ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνά, θὰ βρεῖς ἕνα δράκοντα, ποὺ ποτὲ δὲν κοιμᾶται. Ἂν σκοτώσεις τὸν δράκοντα, θὰ τὸ πάρεις». 


Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος, πρόσταξε ἀμέσως νὰ σελώσουν τὸ ἄλογό του, τὸν Bουκεφάλα. Φτερὰ δὲν εἶχε, μὰ πετοῦσε σὰν πουλί. Kαβαλίκεψε καὶ σὲ λίγο ἔφτασε στὸ μέρος ποὺ τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ σοφοί. Στέκεται καὶ βλέπει τὰ βουνὰ ν’ ἀνοιγοσφαλοὺν ἀδιάκοπα καὶ τόσο γρήγορα, ποὺ οὔτε πουλὶ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει. Mα ὁ βασιλιᾶς δὲν τὰ χάνει. Δίνει μιὰ βιτσιὰ καὶ πέρασε ἀνέγγιχτος ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνά. Σκότωσε ἔπειτα τὸ δράκοντα καὶ πῆρε τὸ γυαλί, ποὺ εἶχε μέσα τὸ ἀθάνατο νερό. 


Ἅμα γύρισε στὸ παλάτι του, ξέχασε νὰ πεῖ στὴν ἀδερφή του τί εἶχε μέσα στὸ γυαλί. Ἔτσι καὶ κείνη μιὰ μέρα πῆρε τὸ γυαλὶ κι ἔχυσε τὸ ἀθάνατο νερὸ ἔξω στὸ περιβόλι. Τὸ νερὸ ἔπεσε σὲ μιὰ ἀγριοκρεμμυδιά, κι ἀπὸ τότε αὐτὸ τὸ φυτὸ δὲν μαραίνεται ποτέ. 


Ὅταν ἔμαθε ἡ βασιλοπούλα τὸ κακὸ ποὺ ἔκαμε, ἦταν ἀπαρηγόρητη. 

«Θεέ μου!» λέει, «δὲ θέλω νὰ πιστέψω, πὼς μιὰ μέρα θὰ πεθάνει ὁ ἀδερφός μου. Ἄφησὲ μὲ νὰ ζῶ πάντα μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κι ἂν πεθάνει, πάλι θὰ τὸν ξαναφέρεις στὸν κόσμο. Ποιός ξέρει ἂν δὲν ἔρθουν δύσκολα χρόνια γιὰ τὴν πατρίδα μου;» 


Ἀμέσως ἡ ἀδερφὴ τοῦ βασιλιᾶ ἔγινε ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω ψάρι καὶ πήδηξε στὴ θάλασσα. Ἔγινε Γοργόνα! Ἀπὸ τότε γυρίζει πάντα στὴ θάλασσα κι ἅμα δεῖ κανένα καράβι, τρέχει καὶ τὸ ρωτᾶ: 



«Kαράβι, καραβάκι· ζεῖ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος;» 

Ἀλίμονο στὸν καραβοκύρη ποὺ θὰ τῆς πεῖ πὼς πέθανε. H Γοργόνα ἀναταράζει τὰ νερά, σηκώνει βουνὰ τὰ κύματα καὶ χάνεται τὸ καράβι. 


Mα ὁ ἔξυπνος καραβοκύρης ἂν πεῖ: «Zει, κυρά μου, ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος. Zει καὶ βασιλεύει, καὶ τὸν κόσμο κυριεύει!». 


Tότε ἡ Γοργόνα λάμπει ἀπὸ τὴ χαρά της. Ἁπλώνει τὰ ξανθά της μαλλιὰ καὶ τὰ κύματα ἡσυχάζουν ἀμέσως. Γελοῦν τὰ πέλαγα καὶ τ’ ἀκρογιάλια, κι οἱ ναῦτες ἀπὸ τὰ καράβια τους ἀκοῦνε μαγεμένοι τὴ φωνὴ τῆς Γοργόνας, ποὺ ξαναλέει τραγουδιστά: 


«Zει ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος ζεῖ καὶ βασιλεύει καὶ τὸν κόσμο κυριεύει!...» 



  • Φιλοσοφική σκηνή: άνθρωπος μπροστά σε πηγή φωτός

🖼️ Αναπαράσταση φιλοσόφου μπροστά σε φως / πυρσό, με συμβολική εικόνα του νερού.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Ἔρως καὶ Ψυχή - Μία μυθική ἱστορία ἀγάπης

 



Ὁ Ἔρωτας καὶ ἡ Ψυχὴ εἶναι ἕνα μυθολογικό ζευγάρι, ποῦ βασανίστηκαν πολύ μέχρι νὰ μπορέσουν νὰ χαροῦν την ἀγάπη τους ἀνεμπόδιστα. Αὐτὸς εἶναι ὁ μῦθος του Ἔρωτα καὶ της Ψυχῆς ὅπως τον ἀναφέρει ὁ Απουλήιος, Ρωμαῖος συγγραφέας του 2ου μ.Χ. αἰῶνα:


"Μία φορά κι ἕναν καιρό ζοῦσαν σε μία πολιτεία μεγάλη, πλούσια καὶ δυνατή ἕνας βασιλιάς καὶ μία βασίλισσα. Ἡ μικρότερη ἀπὸ τις τρεῖς κόρες τους την ἔλεγαν Ψυχή ἦταν τόσο ὄμορφη, ποῦ μόνο με τὴ θεά Ἀφροδίτη μποροῦσε νὰ παραβληθεῖ. Ἔτσι, ὅποιος την ἔβλεπε, ἔπεφτε θαμπωμένος καὶ την προσκυνοῦσε σὰν νὰ εἶχε μπροστά του την ἴδια τὴ θεά. Με τον καιρό ὅλοι πίστεψαν πῶς ἡ ψυχή δὲν ἦταν παρά ἡ ἴδια ἡ θεά του ἔρωτα ποῦ εἶχε κατεβεῖ στὴ γῇ. Τα ἱερὰ της Ἀφροδίτης στὴν Πάφο, στὰ Κύθηρα, στὴν Κνίδο, ἐρημώθηκαν. Οἱ προσευχές λησμονήθηκαν. Οἱ θυσίες σταμάτησαν. Ὁ κόσμος, ποῦ λάτρευε πρὶν τὴ μεγάλη θεά, σαγηνεύτηκε ἀπὸ την ὀμορφιά της θνητῆς, καὶ αὐτὴν προσκυνοῦσε πιά καὶ λάτρευε.


Ἡ Ἀφροδίτη δὲν ἄντεξε την προσβολή καὶ ἀποφάσισε νὰ διεκδικηθεῖ... Πρόσταξε λοιπόν το γιὸ της, τον Ἔρωτα, νὰ χτυπήσει την ἀντίζηλό της με τα βέλη του καὶ νὰ την κάνει νὰ ἀγαπήσει παράφορα τον πιὸ ἀσήμαντο καὶ περιφρονημένο ἄνθρωπο του κόσμου. Ἔτσι, ὅπως ἄλλωστε γίνεται συχνά, ἡ ὀμορφιά της Ψυχῆς στάθηκε ἡ αἰτία της μεγάλης της δυστυχίας: ὅλοι οἱ νέοι ἔμειναν μαγεμένοι ἀπὸ τὴ χάρη της, κανείς ὅμως δὲν ἀποφάσιζε νὰ την κάνει γυναῖκα του, καὶ ἡ Ψυχή ἔμενε μόνη καὶ ἔρημη. Οἱ δύο ἀδερφὲς της εἶχαν παντρευτεῖ πρὶν ἀπὸ καιρό στὰ ξένα, καὶ η Ψυχή, κλεισμένη στὸ παλάτι, ἔκλαιγε τὴ μοῖρα της καὶ καταριόταν την ὀμορφιά της.




Ὅταν ὁ βασιλιάς εἶδε κι ἀπόειδε, ἀποφάσισε νὰ ρωτήσει το μαντεῖο του Ἀπόλλωνα στῆ Μίλητο, γιὰ την τύχη της κόρης του. Ἡ ἀπάντηση του θεοῦ ἦταν ἀλλόκοτη καὶ σκληρή: ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσουν την Ψυχή νυφοστολισμένη, σὰν νὰ ἦταν νὰ παντρευτεῖ στὸν Κάτω Κόσμο, στὴν πιὸ ψηλή κορφή ἑνὸς ἔρημου καὶ μακρινοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ θὰ συναντοῦσε το γαμπρό ποῦ της εἶχε τάξει το ριζικό της: ἕνα πελώριο φίδι φτερωτό ποῦ προξενοῦσε το φόβο καὶ τον τρόμο, ἀκόμη καὶ στὸν μεγάλο Δία. Τρόμαξε ὁ βασιλιάς. Μήπως ὅμως μποροῦσε νὰ κάνει κι ἀλλιῶς; Ἔτσι ὅλος ὁ λαός, μαζί με τους γονεῖς της, τὴ συνόδεψε με κλάματα καὶ μοιρολόγια ὡς την κορφή του βουνοῦ, ὁποῦ την ἄφησαν κι ἔφυγαν. Τότε ὁ Ζέφυρος την ἀνασήκωσε, καὶ ταξιδεύοντάς την πάνω ἀπὸ στεριές καὶ θάλασσες, την ἔφερε καὶ την ἄφησε μέσα σε ἕνα μαγεμένο περιβόλι. Σ' αὐτὸ το περιβόλι ἡ Ψυχή σαστισμένη πῆρε νὰ σεργιανᾶει ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅταν ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σ' ἕνα ὁλόχρυσο παλάτι, ἐντελῶς ἀφύλαχτο. Παρ' ὅλο το φόβο ποῦ ἔνιωθε, μπῆκε μέσα καὶ ἄρχισε νὰ το τριγυρίζει, ὥσπου ἄκουσε μία φωνή: «ὅλα ὅσα βλέπεις, κυρά μου, εἶναι δικά σου. Μὴ φοβᾶσαι! Κάθισε νὰ ξαποστάσεις, καὶ ὅταν θελήσεις νὰ λουστεῖς καὶ νὰ νοιαστεῖς γιὰ την ὀμορφιά σου, φώναξέ μας νὰ σε βοηθήσουμε. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ὑπηρέτες σου. Ἢ κάθε σου ἐπιθυμία εἶναι γιὰ μας προσταγή».


Πραγματικά, οἱ ὑπηρέτες ἔκαναν ὃ,τι μποροῦσαν γιὰ νὰ την περιποιηθοῦν καὶ νὰ τὴ διασκεδάσουν. Τὴ βοήθησαν νὰ λουστεῖ, της ἔστρωσαν πλούσιο το τραπέζι καὶ της τραγούδησαν, χωρίς ὅμως νὰ τους δεῖ. Τὴ νύχτα ἔφτασε ὁ ἄγνωστός ἄντρας της καὶ μέσα στὸ βαθύ σκοτάδι την ἔκανε δική του, προτοῦ ὅμως ξημερώσει ἀκόμη, χάθηκε ἀπὸ κοντά της.


Ἔτσι περνοῦσε ὁ καιρός: την ἡμέρα οἱ ἀόρατοι ὑπηρέτες φρόντιζαν νὰ μὴν της λείψει τίποτα καὶ τὴ νύχτα ἐρχόταν ὁ μυστηριώδης ἐραστὴς της καὶ την ἔκανε εὐτυχισμένη. Στὸ μεταξύ οἱ γονεῖς της γερνοῦσαν μέσα στὴν ἀπελπισία καὶ στὸ πένθος. Κοντά τους εἶχαν ἔρθει οἱ δύο ἄλλες θυγατέρες τους καὶ προσπαθοῦσαν μάταια νὰ τους παρηγορήσουν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ψυχή ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται δυστυχισμένη: ὁλομόναχη τὴ μέρα νὰ ζεῖ ἀνάμεσα σε ἀόρατα πνεύματα καὶ το βράδυ νὰ πλαγιάζει στὴν ἀγκαλιὰ ἑνὸς ἄντρα, ποῦ οὔτε γιὰ μιά στιγμή δὲν εἶχε ἀντικρίσει το πρόσωπό του. Στὸ τέλος με δάκρυα καὶ παρακάλια καταφέρνει η Ψυχή νὰ πείσει τον ἄντρα της μέσα στὰ χάδια νὰ ἐπιτρέψει νὰ ἔρθουν, ἂς εἶναι καὶ γιὰ λίγον καιρό, οἱ ἀδερφές της γιὰ νὰ της κρατήσουν συντροφιά. Ἡ ἄδεια δίνεται, με ἕναν ὅρο ὅμως: «Μπορεῖς, της εἶπε, νὰ τους χαρίσεις ό,τι θελήσουν ἀπὸ τα πλούτη του παλατιοῦ. Μὰ μὴν πλανηθείς ἀπὸ τα λόγια τους καὶ θελήσεις νὰ με αντικρίσεις στὸ φῶς. Θὰ με χάσεις γιὰ πάντα καὶ θὰ γίνεις δυστυχισμένη». Ἡ Ψυχή του ὑπόσχεται νὰ σεβαστεῖ την ἐπιθυμία του. Ἄλλωστε καὶ ἡ ἴδια τον ἔχει ἀγαπήσει στὸ μεταξύ καὶ δὲν θέλει νὰ τον χάσει. Ξέρει ἀκόμη πῶς ἀπὸ τὴ διαγωγή της θὰ ἐξαρτηθεῖ καὶ ἡ φύση του παιδιοῦ ποῦ ἔχει στὰ σπλάχνα της: ἄν συμμορφωθεῖ με την ἐντολὴ του ἄντρα της, το παιδί ποῦ θὰ γεννήσει θὰ εἶναι ἀθάνατο. Ἄν ὄχι, θνητό.


Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες οἱ ἀδερφὲς ἀνεβαίνουν στὸ βουνό γιὰ νὰ κλάψουν την Ψυχή, ποῦ τὴ νόμισαν πιὰ χαμένη γιὰ πάντα. Στοὺς θρήνους τους ἀποκρίνεται ἡ φωνή της ἴδιας της Ψυχῆς ποῦ τις καλεῖ κοντά της. Σε λίγο, ταξιδεμένες κι αὐτὲς ἀπὸ το Ζέφυρο, βρίσκονται μέσα στὸ παλάτι. Η χαρά τους εἶναι ἀνείπωτη. Ὅμως, σιγά σιγά ἀρχίζουν νὰ ζηλεύουν την τύχη της ἀδερφῆς τους καὶ ὁ φθόνος τους μεγαλώνει ὑστέρα ἀπὸ κάθε ἐπισκέψη, καθώς ἡ Ψυχή, ἐντελῶς ἀνυποψίαστη γιὰ τα αἰσθήματά τους, τις σεργιανίζει μέσα στὸ παλάτι καὶ τους δείχνει τους ἀρίθμητους θησαυρούς. Στοὺς γέρους γονεῖς τους δὲν λένε κουβέντα γειά την τύχη της Ψυχῆς. Τους ἀφήνουν νὰ πιστεύουν πῶς ἡ μικρότερη ἀδερφὴ εἶναι ἀπὸ καιρό πεθαμένη. Οἱ φθονερές ἀδερφὲς δὲν σκέφτονται παρά μόνο πώς θὰ κάνουν κακό στὴν Ψυχή. Δὲν σταματοῦν νὰ τὴ ρωτοῦν γιὰ τον ἄντρα της. Καὶ ἡ Ψυχή ἀναγκάζεται στὸ τέλος νὰ τους πεῖ ψέματα, πῶς τάχα ὁ ἄντρας της εἶναι ἕνας νέος ὄμορφος καὶ δυνατός ποῦ περνᾶ τὴ μέρα του πάνω στὰ βουνά κυνηγῶντας.


Ἡ ὁμολογία της Ψυχῆς κάνει νὰ φουντώνει ἀκόμα πιὸ πολύ ὁ φθόνος στὰ στήθη τῶν ἀδερφάδων της, γιατί καὶ οἱ δύο ἔχουν παντρευτεῖ γέρους καὶ ἀνήμπορους βασιλιᾶδες. Ὅμως καὶ ο σύντροφος της Ψυχῆς ξέρει τι διαθέσεις ἔχουν οἱ κακές ἀδερφὲς καὶ σε κάθε εὐκαιρία την προειδοποιεῖ γιὰ την ἀνεπανόρθωτη καταστροφή ποῦ θὰ προκαλέσει ἡ ἴδιά ἄν τυχόν παραβεῖ την ἐντολὴ του. Οἱ ἀδερφὲς της ὡστόσο ἐπιμένουν νὰ μάθουν λεπτομέρειες καὶ ἔτσι, κάποτε ποῦ ἡ Ψυχή ξεχάστηκε καὶ εἶπε πῶς ὁ ἄντρας της εἶναι κάποιος πλούσιος ἔμπορός ἀπὸ την κοντινή ἐπαρχία, κάπως μεγάλος στὴν ἡλικία, πέφτουν πάνω της καὶ την ἀναγκάζουν νὰ παραδεχτεῖ, μία καὶ ἡ ἴδιά ἀλλὰ τους εἶχε πεῖ πιὸ παλιά, πῶς τον ἄντρα της δὲν τον εἶχε ποτέ δεῖ στὰ μάτια της. Στὸ τέλος κατορθώνουν νὰ την πείσουν πῶς αὐτὸς ὁ ἄγνωστος ἄντρας της δὲν ἦταν παρά το φοβερό φίδι ποὺ μνημόνευε ἡ προφητεία του Ἀπόλλωνα. Ἄν τη φροντίζει, της εἶπαν, εἶναι γιατί θέλει νὰ τὴ φάει, μόλις το παιδί μεγαλώσει στὰ σπλάχνα της. Ἕνας μόνο τρόπος ὑπάρχει γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ το θάνατο: μία νύχτα, νὰ ἀνάψει ἕνα λυχνάρι καὶ νὰ κόψει το κεφάλι του τέρατος.


Ἡ ψυχή βασανίστηκε πολύ ὥσπου νὰ πάρει την ἀπόφαση, ἀλλὰ στὸ τέλος πίστεψε πῶς αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ χτυπήσει πρώτη. Ἔτσι, μία μέρα, ὅταν ἔπεσε το σκοτάδι καὶ ὁ ἄντρας της πλάγιασε κοντά της καὶ ἀποκοιμήθηκε βαθιά, σηκώθηκε καὶ ἄναψε το λυχνάρι. Κάτω ὅμως ἀπὸ το φῶς του ἡ Ψυχή τα ἔχασε: μπροστά της βρισκόταν ὁ ἴδιος ὁ Ἔρωτας, πιὸ ὡραῖος κι ἀπ' ὅ,τι τον φανταζόταν. Στὰ πόδια του κρεβατιοῦ ἦταν ριγμένα τα ἅρματα του : το τόξο, ἡ φαρέτρα καὶ τα βέλη. Ἡ Ψυχή πῆρε τότε μία σαΐτα καὶ, καθώς την περιεργαζόταν, πληγώθηκε ἐλαφρὰ στὸ δάχτυλο. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμή, χωρίς καὶ ἡ ἴδια νὰ το καταλάβει, ἐρωτεύεται παράφορα τον ἴδιό τον Ἔρωτα. Μετανιωμένη γιὰ την εὐπιστία καὶ την ἀμυαλιά της προσπαθεῖ νὰ αὐτοκτονήσει γιὰ νὰ τιμωρήσει τον ἑαυτὸ της. Ἄδικος κόπος. Το μαχαίρι γλιστρᾶ καὶ πέφτει ἀπὸ το χέρι της.


Ξαφνικά, μία σταγόνα καφτό λάδι χύνεται ἀπὸ το λυχνάρι καὶ πέφτει πάνω στὸν γυμνό ὠμό του κοιμισμένου θεοῦ. Ὁ Ἔρωτας πετιέται πάνω ἀλαφιασμένος ἀπὸ τον πόνο καὶ, διαπιστώνοντας την ἀπιστία της γυναίκας του, ἀνοίγει τα φτερά του γιὰ νὰ φύγει. Μόλις ποῦ προφταίνει ἡ Ψυχή νὰ πιαστεῖ ἀπὸ το πόδι του καὶ νὰ ἀνυψωθεῖ μαζί του πάνω στὰ σύννεφα. Ὕστερα ἀπὸ λίγο, ἐξαντλημένη ἀπὸ την κούραση, πέφτει στὴ γῆ, χωρίς νὰ σκοτωθεῖ. Καὶ ὁ Ἔρωτας ὅμως κατέβηκε, στάθηκε στὴν κορυφή ἑνός κοντινοῦ κυπαρισσιοῦ, καὶ ἀφοῦ της παραπονέθηκε γιὰ την ἀχαριστία ποῦ ἔδειξε, πέταξε πάλι στὰ ὕψη. Η Ψυχή ρίχτηκε ἀπὸ την ἀπελπισία της σ' ἕνα ποτάμι γιὰ νὰ πνιγεῖ, ἐκεῖνο ὅμως τὴ σήκωσε ἁπαλὰ πάνω στὰ νερά του καὶ την ἄφησε πάνω στὴν πυκνή χλόη της ὄχθης του. Ὁ Πᾶν, ποῦ βρισκόταν ἐκεῖ κοντά, κατάφερε νὰ τὴ μεταπείσει καὶ νὰ της δώσει θάρρος.


Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή ἕνας εἶναι ὁ σκοπός της ζωῆς της: νὰ ξαναβρεῖ τὴ χαμένη της εὐτυχία. Πρῶτα ὅμως πρέπει νὰ τιμωρήσει τις ἀδερφὲς της. Στὴν πρώτη ἐξομολογεῖται πῶς ὁ Ἔρωτας ἔφυγε ἀπὸ κοντά της, τάχα γιὰ νὰ παντρευτεῖ ἐκείνην. Δὲν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ πειστεῖ ἡ φθονερή ἀδερφὴ νὰ παρατήσει τον ἄντρα της, λέγοντάς του πῶς τάχα πέθαναν οἱ γονεῖς της, νὰ ἀνεβεῖ στὸ βουνό καὶ νὰ γκρεμιστεῖ στὰ βράχια, πιστεύοντας ὡς την τελευταία στιγμή πῶς θὰ τὴ σηκώσει, ὅπως καὶ την ἄλλη φορά, ὁ Ζέφυρος. Με τον ἴδιο τρόπο σκοτώνεται καὶ η δεύτερη.


Ὕστερα ἀπὸ την τιμωρία τους, ἡ Ψυχή ξεκινάει νὰ βρεῖ τον Ἔρωτα. Ἄδικα ὅμως παραδέρνει σε στεριές καὶ θάλασσες. Οἱ θεοί την ἔχουν ἐγκαταλείψει. Οὔτε ἡ Ἤρα, οὔτε η Δήμητρα, παρόλο ποῦ τὴ συμπονοῦν, δέχονται νὰ τὴ βοηθήσουν, ὅταν καταφεύγει στὰ ἱερὰ τους, γιατί δὲν θέλουν νὰ ἔρθουν σε σύγκρουση με την Ἀφροδίτη, ποῦ τὴ μισεῖ θανάσιμα, ἐπειδή μπόρεσε αὐτή, μία θνητή, νὰ ξελογιάσει το γιὸ της. Τέλος, πηγαίνει στὸ παλάτι της Ἀφροδίτης, με την ἐλπίδα πῶς ἐκεῖ θὰ ἔβρισκε τον Ἔρωτα, καὶ πέφτει ἀσυλλόγιστα στὰ χέρια της. Ἀπὸ καιρό ἄλλωστε ἡ θεά εἶχε στείλει τον Ἑρμῆ νὰ τὴ βρεῖ καὶ νὰ την ὁδηγήσει με το καλό ἡ με τὴ βία μπροστά της.


Ἀπὸ τὴ στιγμή αὐτὴ ἀρχίζουν οἱ μεγάλες δοκιμασίες γιὰ την Ψυχή. Δύο ἔμπιστες δοῦλες της ζηλότυπης θεάς, ἡ Θλίψη καὶ ἡ Ἔγνοια, τὴ μαστιγώνουν ἀλύπητα. Ἄλλη της βγάζει τρίχα τρίχα τα μαλλιά, ἡ Ἀφροδίτη ἡ ἴδια τὴ δέρνει καὶ της ξεσκίζει τα ροῦχα. Ὕστερα την προστάζει μέσα σε λίγες ὧρες νὰ ξεδιαλέξει ἀπὸ ἕναν τεράστιο σωρό καρπούς της γῆς το κάθε εἶδος στάρι, παπαρουνόσπορο, κεχρί, ρεβίθια, φακῆ, κουκιά, κριθάρι καὶ νὰ το βάλει χωριστά. Ἡ Ψυχή καταφέρνει νὰ τα βγάλει πέρα με τὴ βοήθεια των μυρμηγκιῶν. Την ἄλλη μέρα ὑποχρεώνεται νὰ πάει νὰ βρεῖ καὶ νὰ φέρει το χρυσό μαλλί ἀπὸ τα ἀγρία πρόβατα του βουνοῦ, καὶ ὑστέρα νὰ κουβαλήσει νερό ἀπὸ την πηγή της Στύγας, ποῦ τὴ φύλαγαν, νύχτα καὶ μέρα, δράκοι ἀκοίμητοι. Στὶς ἐπικίνδυνες αὐτὲς ἀποστολές δὲν της ἔλειψαν ὡστόσο οἱ παραστάτες: πρῶτα το προφητικό καλάμι ποῦ τὴ συμβούλεψε νὰ μαζέψει με την ἡσυχία της τις τοῦφες το μαλλί πού ἄφηναν τα πρόβατα πάνω στὰ ἀγκάθια τῶν θάμνων καὶ ὑστέρα ὁ ἀετὸς του Δία ποὺ γέμισε το κανάτι με το νερό της πηγῆς.


Οἱ δοκιμασίες ὅμως καὶ τα βάσανα της Ψυχῆς δὲν τελειώνουν. Ἡ Ἀφροδίτη τὴ στέλνει στὸν Κάτω Κόσμο νὰ δανειστεῖ ἀπὸ την Περσεφόνη την ἀλοιφή της ὀμορφιᾶς, μία καὶ ἡ δική της εἶχε τελειώσει. Καὶ αὐτὴ τὴ φορά ἡ Ψυχή, παίρνοντας κουράγιο ἀπὸ τὴ δύναμη του πάθους της καὶ ἔχοντας βοηθό ἕναν μαγικό πύργο, θὰ τα καταφέρει, ὄχι βέβαια χωρίς δοκιμασίες. Ὁ πύργος αὐτὸς, ὁποῦ εἶχε ἀνεβεῖ γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει, τὴ συμβούλεψε πώς θὰ κατεβεῖ στὸν Ἄδη καὶ της φανέρωσε τι εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἐκεῖ. Ἡ ἀτυχία της, ὅμως, δὲν εἶχε ὅρια. Μόλις πῆρε το βάζο με τὴ θεϊκή ἀλοιφή, θέλησε νὰ δοκιμάσει ἡ ἴδια το θαυματουργό φάρμακο, ἐλπίζοντας πῶς, ἄν ἔβαζε λίγη ἀλοιφή στὸ πρόσωπό της, θὰ γινόταν ἀκόμη πιό ὄμορφη, καὶ ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ ξανακερδίσει την ἀγάπη του Ἔρωτά. Τὴ στιγμή ὅμως ποῦ ἄνοιξε το βάζο, ἔνιωσε νὰ την τυλίγει σὰν ἀποπνικτικός καπνός, ὁ Ὕπνος, καὶ ἔχασε τις αἰσθήσεις της.


Τα βάσανα της Ψυχῆς βρίσκονται ὅμως πιὰ στὸ τέλος τους. Ἀρκετὰ εἶχε δοκιμαστεῖ. Ὁ Ἔρωτάς ποὺ δὲν την εἶχε ποτέ ἀπολησμονήσει, κατορθώνει νὰ γλιστρήσει ἀπὸ το δωμάτιο ὁποὺ τον εἶχε κλειδωμένο ἡ Ἀφροδίτη, τάχα γιὰ νὰ του γιατρέψει την πληγή, τρέχει καὶ ξανακλείνοντας τον Ὕπνο μέσα στὸ βάζο, τὴ συνεφέρνει. Ἔπειτα κατορθώνει, σε ἕνα συμβούλιο των θεῶν, νὰ καταπραΰνει το θυμό της μητέρας του με τὴ βοήθεια του Δία, ποὺ ἀντιμετωπίζει με κατανόηση την περιπέτεια του Ἔρωτά, καὶ πρωτοστατεῖ στὸ μεγάλο γλέντι ποὺ στήνεται στὸν Ὄλυμπο, γιὰ νὰ τιμηθεῖ ἡ γαμήλια ἐνῶσι του θεοῦ με τὴ θνητή.


Ἡ Ψυχή γίνεται πιὰ ἐπίσημα γυναῖκα του καὶ την ἴδια ὥρα της χαρίζεται ἡ ἀθανασία. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρό φέρνει στὸν κόσμο τον καρπό της ἀγάπης της με τον Ἔρωτά: την Ἡδονὴ."




















Ἀνακαλύψτε τὰ Κορυφαῖα Προϊόντα ποὺ Ὑποστηρίζουν τὸ Κανάλι Μᾶς                                          ΑΜΑΖΟΝ. COM @https://amzn.to/40N3FFR Ξοδέψτε λιγότερα. Χαμογελάστε περισσότερο. Apartment Rentals Near the Sea ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ Κρατήσεις - Booking - Airbnb κ.α  
     @ kyriakipetalas@gmail.com
Patra Hellas Πάτρα έξω Αγυιά   Διακοπές Ειδικές προσφορές Γατί να κάνετε κράτηση μαζί μας Παρέχουμε εξυπηρέτηση πελατών. Μια γραφική παραλία για κολύμπι απέχει μόλις 3 λεπτά με τα πόδια, ενώ η Μαρίνα απέχει μόλις 600 μέτρα. Ἐπαγγελματίες ἀναπτύξτε τήν ἐπιχείρησή σας Διαφημιστῆτε Δίαυλο ἄὐτὸν !! @ ellasmegaliistoria.blogspot.com @ soldatosikos.blogspot.com @https://www.facebook.com/nikos.soldatos.10 @ https://www.instagram.com/soldatosntools/?hl=el @https://www.tiktok.com/@nikossoldatos0?is_from_webapp=1&sender_device=pc @linkedin.com/in/νικος-σολδατος-93442325 Ἀποκλειστικά ἐθελοντικὰ , κάθε δωρεὰ μας βοηθᾶ @ paypal.me/nikossoldatos1 @ soldatosntools@yahoo.gr


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Ποιόν ἀρχαῖο θεὸ προσκυνᾶ ὅλος κόσμος τῆς Γῆς ἀκόμα καὶ Σήμερα !!

 

«Των γὰρ ἠλιθίων ἀπείρων γένεθλα».


(Ἄπειρη ἡ γενιά των ἠλιθίων
).

Σιμωνίδης ο Κείος.






Ἔχουν γραφτεῖ καί ειπωθεί πολλά γειά τήν ἀνθρώπινη βλακεία.

Ἐγχειρίδια, ὁδηγοί, ἀναλύσεις προσπάθησαν νὰ ἐξηγήσουν την ἀνθρώπινη ἠλιθιότητα ἀπὸ την ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Οἱ πρόγονοι μας εἶχαν δώσει σε μία θεότητα, ἕναν δαίμονα, ὅλη την εὐθύνη της βλακείας ποῦ ἐπισκέπτεται τον ἄνθρωπο καὶ τον καθιστά ἀνήμπορο νὰ ἰσορροπήσει την νόηση του πρὸς ὄφελος του.

«Δύο πράγματα εἶναι ἄπειρα,         το σύμπαν καὶ ἡ ἀνθρώπινη βλακεία. >>

Δὲν εἶμαι, ὅμως, βέβαιος γιὰ το πρῶτο”. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια πρίν, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀντιμετώπιζαν ἐπίσης με δέος την ἀνθρώπινη βλακεία

Γιὰ τον λόγο αὐτό εἶχαν ὁρίσει καὶ θεό ποῦ ἐπέβλεπε αὐτὸ το ἀνθρώπινο χαρακτηριστικό. Ἦταν ἕνας δαίμονας, κατώτερη μορφή θεότητας, ὁ Κοάλεμος....

Ὁ Κοάλεμος εἶναι το πνεῦμα της ἠλιθιότητας, ὁ θεός της βλακείας.


Στήν ἀρχαία ἑλληνική μυθολογία με το ὄνομα Κοάλεμος ἦταν γνωστός ἕνας δαίμονας, ὁ ὁποῖος χαρακτηριζόταν ὥς «αἰματοπότης», «ἀπαιτητικός» καὶ «ἠλίθιος»

.Ἀναφέρθηκε ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη καὶ ἐπίσης στοὺς Παράλληλους Βίους του Πλούταρχου.


Οἱ δύο Κίμωνες 

Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα κάθε βλάκας χαρακτηριζόταν ὡς «Κοάλεμος». Σήμερα θὰ τὸν λέγαμε «ἕνας βλάκας καὶ μισός». 
Ὁ πιὸ διάσημος «Κοάλεμος» ἦταν ὁ Κίμων ὁ Πρεσβύτερος, πατέρας τοῦ Μιλτιάδη τοῦ νικητῆ τῆς Μάχης τοῦ Μαραθῶνα. 

Ὁ Πλούταρχος στὸ Βίο τοῦ Κίμωνα (4.3), ἐγγονοῦ καὶ συνονόματου τοῦ Κίμωνα τοῦ Πρεσβύτερου, ἀναφέρει ὅτι ὅταν τὸ 489 π.Χ. ὁ Μιλτιάδης πέθανε στὴ φυλακή, ὅπου εἶχε ἐγκλειστεῖ ἀπὸ τὸν Δῆμο μετὰ τὴν καταδίκη νὰ πληρώσει 50 τάλαντα πρόστιμο γιὰ τὴν ἀποτυχημένη ἐκστρατεία ἐναντίον της Πάρου, ὁ γιός του ὁ Κίμωνας ὁ Νεότερος ἦταν μικρός. 

Ὁ Πλούταρχος γράφει γιὰ τὸν Κίμωνα ὅτι ἀρχικὰ ζοῦσε στὴν Ἀθήνα κάνοντας ἄσωτη ζωή, καθὼς ἦταν ζωηρὸς καὶ μέθυσος, ὅμοιος στὸν χαρακτῆρα μὲ τὸν παπποῦ τοῦ Κίμωνα, ποὺ τοῦ εἶχαν δώσει τὸ ὄνομα Κοάλεμος χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀνόητου, τοῦ ἠλιθίου.

 Ὁ Πλούταρχος ἐπισημαίνει ὅτι καθὼς ὁ συνονόματος παπποῦς του ἦταν γνωστὸς βλάκας καὶ εἶχε τὸ παρατσούκλι «Κοάλεμος», οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν ὅτι ὁ ἐγγονὸς εἶχε πάρει ἀπὸ ἐκεῖνον.

Ἀριστοφάνης

{Αὐτός [ἕνας ἄνδρας] εἶχε τὸ κακὸ ὄνομα ὅτι ἦταν διαλυμένος καὶ δοσίλογος, καὶ ὅτι κυνηγᾶ τὸν παπποῦ τοῦ Κίμωνα, ὁ ὁποῖος, λένε, λόγῳ τῆς ἁπλότητάς του, ὀνομαζόταν Κοάλεμος, ὁ Ἠλίθιος.}




               
 

                                                                Amazon     

                             Ξοδέψτε λιγότερα. Χαμογελάστε περισσότερο.    

  

Ὁ Κίμων του Στησαγόρα ἢ Κίμων ὁ Κοάλεμος 

Ὁ Κίμων του Στησαγόρα ἢ Κίμων ὁ Κοάλεμος (6ος αἰῶνας π.Χ.) ἦταν ἀρχαῖος Ἕλληνας διοργανωτὴς ἱππικῶν ἀγώνων καὶ ὀλυμπιονίκης μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ὁ ὁποῖος στέφθηκε 3 φορὲς νικητὴς στὸ ἀγώνισμα τοῦ τέθριππου κατὰ τοὺς 61ους (536 π.Χ.), 62ους (532 π.Χ.), καὶ 63ους (528 π.Χ.), ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες τῆς ἀρχαιότητας. 


Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀνῆκε στὴν Ἀθηναϊκὴ φυλή των Φιλαϊδῶν, καὶ ὁ ἴδιος παρέλαβε τὴ διοίκηση τῆς Ἀθηναϊκῆς ἀποικίας στὴν Καλλίπολη ἀπὸ τὸν Μιλτιάδη τὸν Πρεσβύτερο, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ θετὸς ἀδερφὸς τοῦ πατέρα τοῦ Κίμωνα, Στησαγόρα. Γιὸς τοῦ Κίμωνα ἦταν ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς Μιλτιάδης (στρατηγὸς τῆς μάχης τοῦ Μαραθῶνα κατὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους), ἐνῷ ὁ ἐγγονός του ἦταν ὁ διάσημος Ἀθηναῖος πολιτικὸς Κίμων ὁ Μιλτιάδου. 


Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ Κίμων ὁ Νεότερος τοὺς διέψευσε μὲ τὸν πιὸ θεαματικὸ τρόπο. Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους στρατηγούς – πολιτικοὺς τῆς Ἀθήνας καὶ κέρδισε σημαντικὲς νῖκες κατὰ τῶν Περσῶν. Ὑπὸ τὴ διοίκηση τοῦ Κίμωνα ἡ Ἀθήνα ἔγινε ἡ κυρίαρχη δύναμη, ὄχι μόνο στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο. 

Εὐτυχῶς, ποὺ τελικὰ τὸ παιδὶ εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ ὄχι τὸν παπποῦ του! 


Πλούταρχος
 
(Ἀριστοφάνης)”.Mέ το ὄνομα Κόβαλοι ἦταν γνωστή μία ὁμάδα ἀπὸ δαίμονες ποῦ ἀνῆκαν στὴν ἀκολουθία του θεοῦ Διονύσου.

Ὁ Ἀριστοφάνης στοὺς «Ἰππὴς» (στ. 221) ἀναφέρει ὅτι ὁ θεὸς τῆς βλακείας ἦταν ἐπίσης «αἰματοπότης» καὶ «ἀπαιτητικός».



{Εἶναι πολύ πιθανό ὁ δαίμονας αὐτὸς ναό ἔχει κάποια σχέση με τους Κοβάλους, δαίμονες τῆς ἀκολουθίας του θεοῦ Διονύσου ἀναφερόμενους ἀπὸ τον Ἀριστοφάνη

Ἐλᾶτε, κάντε παράκληση καὶ προσφέρετε μία σπονδή στὸν Κοάλεμο τον θεό της βλακείας καὶ φροντίστε νὰ πολεμήσετε δυναμικά.

Οἱ Κόβαλοι ἀναφέρονται ἀπὸ τον Ἀριστοφάνη, ὁ ὁποῖος τους χαρακτηρίζει «κακόβουλους», «πανούργους» καὶ «ὑβριστές».




Ἡ λέξη «Κόβαλοι» ἔχει κοινή ρίζα με τη γερμανική Kobold = στοιχειό, δαιμόνιο, κακό πνεῦμα.

Ἡ λέξη Kobold ἔδωσε τό ὄνομα τῆς στὸ χημικό στοιχεῖο της ὕλης κοβάλτιο (ἐξαιτίας τῶν τοξικῶν ὀρυκτῶν του).


Ὑπάρχει καὶ ἡ θεωρία ὅτι ὁ Κοάλεμος ἴσως ἦταν γιὸς τῆς θεᾶς Νύχτας, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία ἦταν ἡ προσωποποίησης τῆς νύχτας. 

Σύμφωνα μὲ τὴ Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου, ἡ θεὰ Νύκτα ("Νὺξ") τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἦταν κόρη τοῦ Χάους καὶ ἀδερφὴ τοῦ Ἐρέβους. 

Ἡ μορφή της ἦταν αὐτὴ μιᾶς ὄμορφης γυναίκας μὲ μεγάλες μαῦρες φτεροῦγες, ἐνῷ μεταξὺ τῶν τέκνων της συγκαταλέγονταν ὁ Αἰθέρας, ὁ Ὕπνος, τὰ Ὄνειρα, ὁ Μῶμος (Σαρκασμός), ὁ Μόρος (Κλῆρος), ὁ Θάνατος, οἱ Μοῖρες, ἡ Ἀπάτη καὶ τὸ Γῆρας. 

Πιὸ ἐνδιαφέρον, ὅμως, ὁ ἀναζητητὴς ἔβρισκε τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς τέκνο τῆς νύχτας λογιζόταν καὶ ἡ ἡμέρα. 

Καί, μάλιστα, ἡ ἰδέα αὐτὴ ὑπῆρχε ἐνσωματωμένη καὶ σὲ ἄλλες μυθολογίες, ὅπως ἐκείνη τῶν βόρειων λαῶν τῆς Εὐρώπης. 

Ἦταν ἕνας δαίμονας, κατώτερη μορφὴ θεότητας, ὁ Κοάλεμος. 

Μιὰ ἀρχαία πηγὴ δίνει ὡς ἐτυμολογία τῆς λέξης «Κοάλεμος» τὸ «κοέω» («ἀντιλαμβάνομαι», «ἀκούω») μὲ τὸ «ἡλεός» («τρελός», «ἠλίθιος»). Δηλαδή, «Κοάλεμος» ἦταν αὐτὸς ποὺ ἀρχικὰ ἄκουγε συνέχεια βλακεῖες, πρὶν καταλήξει καὶ αὐτὸς νὰ γίνει βλάκας. Ἡ ἐτυμολογία αὐτή, ὡστόσο, δὲν γίνεται σήμερα ἀποδεκτὴ ἀπὸ κάποιους σύγχρονους μελετητές. 

Κόβαλοι καὶ Νύξ 


Δυστυχῶς, δὲν ἔχει διασωθεῖ κάποιο ἱερὸ πρὸς τιμή του Κοαλέμου ἢ ἀπεικόνισή του σὲ ἀρχαῖο ἔργο τέχνης. Πολλοὶ μελετητὲς θεωροῦν ὅτι ὁ δαίμονας αὐτὸς μπορεῖ νὰ συγγένευε μὲ τοὺς «Κοβάλους», δαίμονες τῆς ἀκολουθίας τοῦ Διονύσου. Οἱ συγκεκριμένοι εἶχαν διάφορες ἰδιότητες καὶ χαρακτηριστικὰ ποὺ «μετέδιδαν» στοὺς ἀνθρώπους. 

Ἔτσι ἂν ὁ Κοάλεμος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Κοβάλους δὲν θὰ ἐκπροσωποῦσε ἁπλᾶ αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἤδη βλᾶκες, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ μετατρέπει σὲ ὀπαδούς του, ἀκόμη καὶ τοὺς νοήμονες. 

Ὑπάρχει καὶ ἡ θεωρία ὅτι ὁ Κοάλεμος ἴσως ἦταν γιὸς τῆς θεᾶς Νύχτας, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία ἦταν ἡ προσωποποίησης τῆς νύχτας. 

Ἡ Νὺξ ἦταν κόρη τοῦ Χάους καὶ μητέρα τοῦ Θανάτου (καὶ τοῦ Ὕπνου). Ἦταν μία πολὺ ἰσχυρὴ θεότητα ποὺ προκαλοῦσε φόβο ἀκόμη καὶ στὸν Δία. Τὸ νὰ ἦταν μητέρα καὶ τοῦ θεοῦ τῆς βλακείας δὲν εἶναι παράλογο, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι ὁλόκληρες αὐτοκρατορίες κατέρρευσαν γιατί ἔτυχε κάποια στιγμὴ νὰ βρεθοῦν ἐπί κεφαλῆς τους ὀπαδοί του Κοαλέμου. 



                                    Ὁ Κοάλεμος δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν ἀνθρωπότητα.




Δὲν χρειαζόταν νὰ κτιστοῦν ναοὶ οὔτε νὰ ἀφιερωθοῦν γιορτὲς πρὸς τιμήν του γιατί ὁ ἄνθρωπος τὸν τιμᾶ συνεχῶς μέσα ἀπὸ πράξεις ἀνοησίας.

Ἔτσι βλέπουμε πὼς οὐδέποτε ξεχάστηκε αὐτὸς ὁ θεός.

Συνεχίζει νὰ κρατᾶ τὰ πρωτεῖα καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι πραγματικὰ δεμένο μαζί του.

 



“Ο βλαξ” όπως απεικονίζεται σε γαλλική τράπουλα ταρώ των αρχών του 18ου αιώνα. Πηγή: Wikipedia



Σύγχρονη προτομή του Κίμωνα του Νεότερου στη Λάρνακα της Κύπρου. Ο Κίμωνας πέθανε στη διάρκεια εκστρατείας για την απελευθέρωση της Μεγαλονήσου από τους Πέρσες.



Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

Δελφικές Ἐντολές: Ἡ κληρονομιά τῶν Ἑλλήνων

 Δελφικές Ἐντολές: Ἡ κληρονομιά τῶν Ἑλλήνων


Οἱ Δελφικαὶ Ἐντολαί, ὡς ἀέναα διδάγματα σοφίας, 
ἀποτελοῦν θεμέλιον τοῦ ἠθικοῦ καὶ πνευματικοῦ βίου 
τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀναγράφονται ὡς σύντομες, 
περιεκτικὲς φράσεις ποὺ ἀπεδίδοντο ἀπὸ τοὺς σοφοὺς 
τοῦ ἀρχαίου κόσμου καὶ ἀποτυπώθηκαν εἰς τὸν ναὸ τοῦ 
Ἀπόλλωνος ἐν Δελφοῖς, τὸ πάλαι ποτέ κέντρον τῆς θρησκευτικῆς 
καὶ πολιτιστικῆς ζωῆς τῆς .

Μέσα ἀπὸ τὴν λιτότητά τους, οἱ Ἐντολαὶ ἐξέφραζαν ἀρχὲς ὅπως 
τὸ «Γνῶθι σαυτόν» καὶ τὸ «Μηδὲν ἄγαν», ποὺ καθοδηγοῦσαν 
τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὴν αὐτογνωσίαν, τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν
 εὐδαιμονία.

Ἡ ἔρευνα περὶ τῶν Δελφικῶν Ἐντολῶν ἀνοίγει ἕναν διάλογον
 μὲ τὴν ἀρχαία σκέψιν καὶ δίνει τὴν δυνατότητα νὰ κατανοήσωμεν 
καλλίτερον τὴν ἐννοιολογικὴν τοῦ ἠθικοῦ λόγου ἐν τῷ πλαισίῳ 
τοῦ πλαισίῳ.


Δελφικές ἀντολὰς: Ἡ κληρονομιά τῶν Ἑλλήνων 
Τὰ Δελφικά Παραγγέλματα εἶναι οἱ ἐντολές ποῦ ἄφησαν στοὺς 
Ἕλληνες οἱ σοφοί τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος.

Μία πολύτιμη κληρονομιά γνώσης καί βοείας γιὰ τίς ἐπερχόμενες 
γενεές.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες Ἱερεῖς δὲν ἔδιναν συμβουλὲς ούτε ἄκουγαν
τίς ἐξομολογήσεις τῶν πιστῶν, ἀλλὰ ἀσχολοῦνταν μόνο 
μὲ τὴν τέλεση τῶν θυσιῶν καί τῶν ἄλων ἰεροτελεστιῶν.
Ή ἠθική ἐκπαίδευση καί καθοδήγηση τῶν πολιτῶν ξεκινοῦσε 
μὲν ἀπὸ τοῦς παιδαγωγοὺς καί παιδοτρίβες τῆς νεαρής ἡλικίας,
 ἁλλὰ συνεχιζόταν ἀργότερα στὰ μαντεῖα, ἃ ὁποῖα, 
ἐκτός ἀπὸ τὶς χρησμοδοτήσεις τους γιὰ τὰ μελλούμενα
 καὶ τὶς θελήσεις τῶν θεῶν, ἔδιναν καί ἔνα πλῆθος 
ἠθικῶν παραγγελμάτων καὶ προτροπῶν συμβουλευτικοῦ 
χαρακτῆρα γιὰ τὰ προβλήματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς.
Περίοπτη θέση βέβαια, κατεῖχε σὲ ὅλα αὐτὰ ,τὸ διάσημο 
σὲ ὅλο τὸν κόσμο Μαντεῖο τῶν Δελφῶν, τοῦ ὁποίου 
τὰ ὀμώνυμα ἠθικὰ παραγγέλματα εἶχαν καταγραφεῖ 
στοὺς τοίχους τοῦ Προνάου τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος ,
στὸ ὑπέρθυρο ή ἀκόμα καὶ σὲ διάφορες στῆλες ποῦ εἶχαν
 τοποθετηθεῖ περιμετρικά στὶς πλευρές τοῦ νοῦ
Τὰ 147 Δελφικά Παραγγέλματα ή Πυθίας Γράμματα, 
ἦταν λιτά ἀποφθέγματα ἐλαχίστων λέξεων καί ἀνῆκαν 
στοὺς 7 σοφούς τῆς ἀρχαιότητας: Τὸν Θαλῆ τὸν Μιλήσιο, 
τὀν Πιττακό τὀν Μυτιληναίο, τὀν Βία τὀν Πρηνεύ, τὀν Σόλωνα 
τὀν Ἀθηναῖο, τὀν Κλεόβουλο τὀν Ρόδιο, τὀν Περίανδρο 
τὀν Κορίνθιο καί τὀν Χίλωνα τὀν Λακεδαιμόνιο.
Στὸ ἀέτωμα τοῦ νοῦ δέσποζαν τὰ τρία σπουδαιότερα 
Δελφικά Παραγγέλματα, τὰ ὁποία εὔκολα μποροῦσε νὰ διακρίνει
 ὁ πλησιάζων ἐπισκέπτης: Κάτω ἀριστερά τὸ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ
 (νὰ γνωρίσεις τὀν ἑαυτό σου).
Κάτω δεξιά τὸ ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ (νὰ κάνεις τὰ πάντα με μέτρο, 
αποφεύγοντας τὴν ὑπερβολή).
Ἀνάμεσα τους, στῆ κορυφή, τὸ περίφημο «ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ Ε» 
(ή ΕΙ), γιά τὸ ὁποῖο ὁ ἱερέας τῶν Δελφῶν Πλούταρχος ἔγραψε 
ὁλόκληρη πραγματείᾳ («Περί τοῦ ὲν Δελφοῖς Ε»), 
προσπαθῶντας νὰ ἐρμηνεύσει τὴν ἀπωλεσθείσα σημασία του.
Ὁ θαυμασμός τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων γιά τά ἀνηρτημένα 
αὐτά ἀποφθέγματα στὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν ήταν τόσο μεγάλος,
 ώστε ο λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522 π.Χ.) θεωρούσε τους
 ἑπτὰ σοφούς, γιοὺς του Ἥλιου, ποὺ με τὴν ἀκτινοβολία τους
 φώτιζαν καὶ καθοδηγοῦσαν τόν ἄνθρωπο στὴν ὁδό τὴς ἀρετῆς...
Σᾶς παραθέτουμε τά παραγγέλματα αὐτά, ὅπως οἱ ἐπισκέπτες τὴς
 Ἀρχαιότητας ἀντίκριζαν στοὺς Δελφούς: 
"Ἐν δέ τῶ προνάω τά ἓν Δελφοῖς γεγραμμένα, 
ἐστιν ὠφελήματα ἀνθρώποις" Παυσανίας


Ἔπου θεῶ - Ἀκολούθα τόν θεό.
Νόμω πείθου.- Νὰ πειθαρχεῖς στὸ Νόμο.
Θεούς σέβου. - Νὰ σέβεσαι τους θεούς.
Γονεῖς αίδοῦ - Νὰ σέβεσαι τους γονεῖς σου.
Ἡττῶ ὑπὲρ δικαίου.- Νὰ καταβάλεσαι γιά τὸ δίκαιο.
Γνῶθι μαθών. - Γνώρισε ἀφοῦ μάθεις.
Ἀκούσας νόει. - Κατανόησε ἀφοῦ ἀκούσεις
Σαυτόν ἴσθι - Γνώρισε τόν ἑαυτό σου.
Ἑστίαν τίμα. - Νὰ τιμάς τὴν ἑστία σου.
Ἆρχε δάε αὐτοῦ - Νὰ κυριαρχεὶς τόν ἑαυτό σου.
Φίλους βοήθει. - Νὰ βοηθᾶς τους φίλους.
θυμοῦ κράτε. - Νὰ συγκρατεῖς τὸ θυμό σου.
Ὄρκω μὴ χρῷ. - Νὰ μὴν ὁρκίζεσαι
Φιλίαν ἀγάπα - Νὰ ἀγαπᾶς τή φιλία.
Παιδείας ἀντέχου - Νὰ προσηλώνεσαι στήν ἐκπαίδευση σου.
Σοφίαν ζήτει. - Νὰ ἀναζητᾶς τή σοφία.
Ψέγε μηδένα. - Νὰ μὴν κατηγορεῖς κανένα.
Επαίνει ἀρετήν - Νὰ ἐπαινεῖς τήν ἀρετή
Πράττε δίκαια. - Νὰ πράττεις δίκαια.
Φίλοις εὐνόει - Νὰ εὐνοεῖς τους φίλους.
Ἐχθρούς αμύνου. - Νὰ προφυλάσσεσαι ἀπό τους ἐχθρούς
Εὐγένειαν ἄσκει - Νὰ εἶσαι εὐγενής
Κακίας ἀπέχου - Νὰ ἀπέχεις ἀπό τήν κακία.
Εὔφημος ἴσθι - Νὰ ἔχεις καλή φήμη.
Ἄκουε πάντα. - Νὰ ἀκοῦς τά πάντα.
Μηδέν ἄγαν - Νὰ μὴν ὑπερβάλλεις
Χρόνου φείδου. - Νὰ μὴ σπαταλᾶς τὸ χρόνο.
Ὕβριν μίσει. - Νὰ μισεῖς τὴν ὕβρη ἱκέτας αίδοῦ Νὰ σέβεσαι τους ἱκέτες.
Υιούς ἐπαίδευε - Νὰ ἐκπαιδεύεις τους γιοὺς σου.
ἔχων χαρίζου. - Ὅταν ἔχεις, νὰ χαρίζεις.
Δόλον φοβοῦ - Νὰ φοβάσαι τὸ δόλο.
Εὐλόγει πάντας - Νὰ λὲς καλὰ λόγια γιὰ ὅλους
Φιλόσοφος γίνου. - Νὰ γίνεις φιλόσοφος.
Ὄσια κρίνε. - Νὰ κρίνεις τά ὅσια
Γνούς πράττε. - Νὰ πράττεις με ἐπίγνωση
Φόνου ἀπέχου - Νὰ μή φονεύεις.
Σοφοῖς χρῷ - Νὰ συναναστρέφεσαι με σοφούς.
Ἦθος δοκίμασε - Νὰ ἐπιδοκιμάζεις το ἦθος.
Ὑφορῶ μηδένα. - Νὰ μὴν εἶσαι καχύποπτος.
Τέχνη χρῷ - Νὰ ἀσκεῖς τὴν Τέχνη.
Εὐεργεσίας τίμα. - Νὰ τιμάς τίς εὐεργεσίες.
Φθόνει μηδενί. - Νὰ μή φθονεῖς κανένα.
Ἐλπίδα αἴνει. - Νὰ δοξάζεις τὴν ἐλπίδα
Διαβολήν μίσει. - Νὰ μισεῖς τή διαβολή.
Δικαίως κτω. - Νὰ ἀποκτᾶς δίκαια.
Ἀγαθούς τίμα. - Νὰ τιμάς τους ἀγαθούς.
Αἰσχύνην σέβου. - Νὰ σέβεσαι τὴν ἐντροπή
Εὐτυχίαν εὔχου - Νὰ εὔχεσαι εὐτυχία.
Ἐργάσου κτητά. - Νὰ κοπιάζεις γιὰ πράγματα ἀξία κτήσης.
Ἔριν μίσει. - Νὰ μισεῖς τὴν ἔριδα Ὄνειδος ἔχθαιρε. Νὰ εχθρεύεσαι τόν χλευασμό.
Γλῶσσαν ἴσχε - Νὰ συγκρατεῖς τή γλώσσα σου.
Ὕβριν αμύνου. - Νὰ προφυλάσσεσαι ἀπό τὴν ὕβρη
Κρίνε δίκαια. - Νὰ κρίνεις δίκαια.
Λέγε εἰδώς. - Νὰ λες γνωρίζοντας.
βίας μή ἔχου. - Νὰ μὴν ἔχεις βία.
Ὁμίλει πρᾶως. - Νὰ ὁμιλεῖς με πραότητα.
Φιλοφρόνει πᾶσιν - Νὰ εἶσαι φιλικός με ὅλους
Γλώττης ἄρχε. - Νὰ κυριαρχεὶς τὴ γλώσσα σου.
Σὲ αὐτόν ἐὺ ποίει. - Νὰ εὐεργετεῖς τὸν ἑαυτό σου.
Εὐπροσήγορος γίνου. - Νὰ εἶσαι εὐπροσήγορος.
Αποκρίνου εν καιρῷ - Νὰ ἀποκρίνεσαι στὸν κατάλληλο καιρό.
Πόνει μετά δικαίου. - Νὰ κοπιάζεις δίκαια.
Πράττε αμετανοήτως. - Νὰ πράττεις με σιγουριά.
Αμαρτάνων μετανόει. - Ὅταν σφάλλεις, νὰ μετανοείς.
Ὀφθαλμοῦ κἐκράτει. - Νὰ κυριαρχεὶς τῶν ὀφθαλμῶν σου.
δουλεύουν χρήσιμα. - Νὰ σκέπτεσαι τά χρήσιμα.
Φιλίαν φύλασσε. - Νὰ φυλάττεις τὴ φιλία.
Εὐγνώμων γίνου. - Νὰ εἶσαι εὐγνώμων.
Ὁμόνοιαν δίωκε. - Νὰ ἐπιδιώκεις τὴν ὁμόνοια Ἄρρητα μὴ λέγε. 
Νὰ μὴν λες τά ἄρρητα.
Ἔχθρας διάλυε. - Νὰ διαλύεις τὶς ἔχθρες
Γῆρας προσδέχου. - Νὰ ἀποδέχεσαι το γῆρας Ἐπί ῥώμῃ μὴ καυχῶ.
 Νὰ μὴν καυχιέσαι γιά τὴ δύναμή σου.
Εὐφημίαν ἄσκει - Νὰ ἐπιδιώκεις καλή φήμη.
Ἀπέχθειαν φεῦγε - Νὰ ἀποφεύγεις τὴν ἀπέχθεια
Πλούτει δικαίως. - Νὰ πλουτίζεις δίκαια.
Κακίαν μίσει. - Νὰ μισεῖς τὴν κακία.
Μανθάνων μὴ κάμνε. - Νὰ μὴν κουράζεσαι νὰ μαθαίνεις.
Οὖς τρέφεις ἀγάπα. - Νὰ ἀγαπᾶς αὐτούς ποῦ τρέφεις.
Απόντι μὴ μάχου. - Νὰ μὴν μάχεσαι αὐτόν ποῦ είναι ἀπών.
Πρεσβύτερον αἰδού. - Νὰ σέβεσαι τους μεγαλύτερους.
Νεώτερον δίδασκε. - Νὰ διδάσκεις τους νεότερους.
Πλούτει ἀπόστει. - Νὰ ἀποστασιοποιεῖσαι ἀπό τὸν πλούτου
Σὲ αὐτόν αιδού. - Νὰ σέβεσαι τὸν ἑαυτό σου.
Μὴ άρχε ὑβρίζων - Νὰ μὴν κυριαρχεὶς με ἀλαζονεία.
Προγόνους στεφάνου. - Νὰ στεφανώνεις τους προγόνους σου.
Θνῆσκε ὑπὲρ πατρίδος. - Νὰ πεθάνεις γιά τὴν πατρίδα σου.
Ἐπί νεκρῶ μὴ γέλα. - Νὰ μὴν περιγελάς τους νεκροὺς Ἀτυχούντι συνάχθου. Νὰ συμπάσχεις με το δυστυχή.
Τύχη μὴ πίστευε. - Νὰ μὴν πιστεύεις τὴν τύχη.
Τελεύτα ἄλυπος. - Νὰ πεθάνεις χωρίς λύπη
Οἱ Δελφικαὶ Ἐντολαί ἀποτελοῦν ἕναν ἀναλλοίωτον θησαυρὸν 
σοφίας, ἐνὸς πολιτισμοῦ ποὺ ἐδίδαξε τὴν ἀρετὴν, τ
ὴν μεσότητα καὶ τὴν ἐναρμόνισιν ἀνθρώπου καὶ σύμπαντος.
 Μέσα ἀπὸ τὴν ἀπλότητά τους, ἀγγίζουν τὴν ἀνθρώπινη φύσιν 
καὶ προσφέρουν ἀρχές ποὺ παραμένουν ἐπίκαιρες καὶ ὠφέλιμες 
ἀκόμη καὶ σήμερον.

Τὰ «Γνῶθι σαυτόν», «Μηδὲν ἄγαν» καὶ τὰ λοιπὰ παραγγέλματα
 δὲν ἀποτελοῦν μόνον ἠθικὲς ὑποδείξεις, ἀλλὰ καὶ μίαν πρόσκλησιν
 πρὸς ἐσωτερικὴν ἔρευναν καὶ ἐνδοσκόπησιν. Ἡ ἐφαρμογὴ τους
 δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ὄχι μόνον σὲ μίαν ἀτομικὴν βελτίωσιν, 
ἀλλὰ καὶ σὲ μίαν κοινωνίαν θεμελιωμένην ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, 
τῆς μετριοπάθειας καὶ τοῦ σεβασμοῦ.
Ἐν κατακλείδι, αἱ Δελφικαὶ Ἐντολαὶ παραμένουν 
μία πανανθρώπινη παρακαταθήκη, ὑπενθυμίζοντες τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ μέτρου, τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀρετῆς ὡς ὁδὸν πρὸς. την αληθηνην ευδεμονίαν